Σάββατο

Γιώργος Αφρουδάκης : Ιστορίες του Άφρου

Γράφει ο Γιώργος Μαυρωτάς για το protagon.gr


Είμαστε στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’80 μετά από ένα ευρωπαϊκό παιχνίδι του Ν.Ο.Β. στο κολυμβητήριο του Λαιμού της Βουλιαγμένης. Προχωράω προς τα αποδυτήρια με το μπουρνούζι στο ένα χέρι και το σκουφάκι κρεμασμένο στο διπλό μαγιό. Περνάω ανάμεσα στις χαμογελαστές φατσούλες από τα πιτσιρίκια που είναι ανεβασμένα στα χαμηλά κάγκελα της πισίνας. Είναι τα παιδιά που κάνουν πόλο στις σχολές του ομίλου που καθιέρωσε ο Γιάννης Γιαννουρής και συγχρόνως είναι οι πιο πιστοί φίλαθλοι της ομάδας. Νιώθω τα βλέμματά τους να με ακτινογραφούν με δέος και περιέργεια σαν να είμαι κανένας εξωγήινος. Ο πιο τολμηρός, ένας μελαχρινός μπόμπιρας 11-12 χρονών μου απλώνει ένα χαρτί κι ένα στυλό.

«Κύριε Μαυρωτά, θα μου δώσετε ένα αυτόγραφο;»
«Ναι, βέβαια…» λέω κολακευμένος και πιάνω το στυλό σκουπίζοντας το άλλο μου χέρι στο μπουρνούζι για να μην μουλιάσω το χαρτί «Πώς σε λένε, μικρέ;»
«Γιώργο… Γιώργο Αφρουδάκη…»

Αυτή ήταν η πρώτη μου γνωριμία με τον αρχηγό της τωρινής εθνικής ομάδας πόλο που σε λιγότερο από μια εβδομάδα ταξιδεύει για την 5η του Ολυμπιάδα στο Λονδίνο. Τέσσερα – πέντε χρόνια μετά από αυτό το αυτόγραφο ήταν συμπαίκτης μου στην μεγάλη οικογένεια της Βουλιαγμένης και από το 1994 ως το 2000 συμπαίκτης μου στην Eθνική Aνδρών.

Ο «Άφρου», όπως είναι το παρατσούκλι του, είναι φουνταριστός. Είναι η πιο δύσκολη θέση στο παιχνίδι, καθότι είναι ο κινητήριος μοχλός της ομάδας στην επίθεση και πρέπει, από τη μια να αξιοποιεί τις πάσες των συμπαικτών του κι από την άλλη να αντέχει το «ξύλο» των αμυντικών. Με μπόι κοντά στο 1.95 και γυμνασμένος από μικρός έφερε έναν άλλο αέρα στους έλληνες φουνταριστούς. Κινητικός στην επίθεση κατάφερε να ανατρέψει αυτό το μοντέλο του δυνατού αλλά στατικού φουνταριστού αντικαθιστώντας το με τον δυνατό αλλά ταυτόχρονα κινητικό κι ευέλικτο, βάζοντας πολλά γκολ εν κινήσει. Η καλή φυσική του κατάσταση και οι κολυμβητικές του ικανότητες (παρόλο που σημειωτέον δεν υπήρξε ποτέ κολυμβητής) του έδιναν πολλές φορές τη δυνατότητα να πετυχαίνει γκολ σε αιφνιδιασμούς, κάτι πολύ σπάνιο για τους συνήθως δυσκίνητους φουνταριστούς. Επίσης, όταν κέρδιζε αποβολές από την θέση του φουνταριστού δεν τελείωνε εκεί ο ρόλος του. Η εκτελεστική του δεινότητα και στον παίκτη παραπάνω μας είχε ξελασπώσει ουκ ολίγες φορές. Από τα μέσα της δεκαετίας του ’90 ο Γιώργος «έκτισε» το μοντέλο του μοντέρνου φουνταριστού όχι μόνο στο ελληνικό αλλά και στο ευρωπαϊκό και παγκόσμιο πόλο.

Με τον Γιώργο μαζί γεύτηκα τις μεγαλύτερες επιτυχίες στην καριέρα μου. Ευρωπαϊκός τίτλος με την Βουλιαγμένη το 1997, 6η θέση στην Ατλάντα το 1996, 2η θέση στο Παγκόσμιο κύπελλο το 1997. Όταν σταμάτησα, αυτός συνέχισε (9 χρόνια νεώτερος γαρ) και ήταν βασικός συντελεστής στο χάλκινο μετάλλιο στο παγκόσμιο πρωτάθλημα του Μόντρεαλ το 2005 (όποιος δεν θυμάται το εκπληκτικό του γυριστό σουτ στην παράταση με την Κροατία που μας έδωσε το χάλκινο μετάλλιο, ας πάει εδώ στο 5’30”) αλλά και στην 4η θέση στους Ολυμπιακούς της Αθήνας. Μετά από τη Βουλιαγμένη έπαιξε και στον Πανιώνιο, στον Ολυμπιακό και σήμερα στον  Παναθηναϊκό. Όπου κι αν έπαιξε μόνο καλά λόγια θα ακούσετε από τους ανθρώπους με τους οποίους συνεργάστηκε. Ενας αγαθός γίγαντας που στωικά υπομένει τα πάνδεινα στο παιχνίδι έχοντας στο μυαλό του μόνο το πώς θα κάνει τη δουλειά του.

Ο Γιώργος έχει δύο αδέλφια τον Ζάχο και τον Χρήστο (συμπαίκτης του στην εθνική ομάδα ετοιμάζεται κι αυτός για την τρίτη του Ολυμπιάδα). Δεν ξέρω αν είναι τυχαίο ή το σχεδίασαν ο Πόλυς και η Μαρίκα (οι γονείς τους), αλλά είναι και οι τρεις γεννημένοι διαδοχικές Ολυμπιακές χρονιές (1976, 1980, 1984). Έχει παντρευτεί τη Μάρα (κόρη του Χρήστου Ζούπα) κι έχουν δυο μικρούς γιούς που ετοιμάζονται να δουν τον μπαμπά στις πισίνες του Λονδίνου.

Κατά τη γνώμη μου η πορεία του Γιώργου στην ελληνική υδατοσφαίριση και στον ελληνικό αθλητισμό γενικότερα είναι τέτοια που θα του άξιζε να είναι σημαιοφόρος της ελληνικής αποστολής στο Λονδίνο. Όχι ότι είναι καλύτερος από τον φίλο μου τον Αλέξανδρο Νικολαϊδη τον ολυμπιονίκη μας στο τάε κβο ντο που τελικά επιλέχτηκε, αλλά γιατί στο πρόσωπό του θα εκφραζόταν μια τιμή σε έναν σπουδαίο αθλητή με μεγάλη διάρκεια, αλλά και σε ένα ομαδικό (τονίζω το «ομαδικό») άθλημα που χωρίς να έχει στραμμένους πάνω του τους προβολείς της δημοσιότητας γράφει την δική του ολυμπιακή ιστορία. Και δείχνει με τον καλύτερο τρόπο αυτό που πάντα πιστεύω, ότι στον αθλητισμό το ζητούμενο δεν είναι να πάρεις κάποια στιγμή μια πρωτιά αλλά να είσαι διαρκώς και συνεπώς ανάμεσα στους πρωταγωνιστές.

Η καλύτερη ευχή για έναν αθλητή είναι να κλείσει την καριέρα του καλά και «γεμάτος». Εύχομαι λοιπόν ολόψυχα στον Γιώργο να κλείσει την καριέρα του στην εθνική ομάδα με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Και αν τελικά επιλέξει να είναι αυτό το κλείσιμο στο Λονδίνο, να του αφήσει την πιο γλυκιά γεύση. «Γεμάτος» είναι ούτως ή άλλως από επιτυχίες, αναμνήσεις, εμπειρίες και φίλους, η πραγματική προίκα δηλαδή που σου αφήνει ο αθλητισμός…

Υ.Γ. Τις προάλλες είδα στην πισίνα μια γνώριμη σκηνή: Μετά από μια προπόνηση της εθνικής ομάδας, πιτσιρικάδες είχαν κυκλώσει τον Γιώργο Αφρουδάκη και τους υπέγραφε αυτόγραφα. Και για να δείτε πώς κάνει κύκλους η ζωή, ένας από αυτούς ήταν ο μικρότερος γιος μου…

Πηγή :protagon.gr

Ποιοι μας τιμούν και που...