Subscribe:

Ads 468x60px

επιλογή σελίδων

επιλογή σελίδων
συχν αποστολή αναρτήσεων

Πέμπτη, 19 Ιανουαρίου 2012

Μέριλιν Μονρόε: Οι καλύτερες στιγμές της.

Πηγή: e-go.gr

Μία από τις πλέον θρυλικές ηθοποιούς όλων των εποχών, το αιώνιο σύμβολο του σεξ που έγινε διάσημο μονάχα με το μικρό του όνομα, ζωντανεύει αυτή την εβδομάδα στη μεγάλη οθόνη στο «Επτά Μέρες με τη Μέριλιν».

O μύθος της παραμένει ζωντανός μέχρι σήμερα, αφού η φλόγα που άναψε με την παρθενική της εμφάνιση στη μεγάλη οθόνη («Dangerous Years», 1947), καίει ακόμη: από το «Μερικοί το Προτιμούν Καυτό» και τα «Επτά Χρόνια Φαγούρα» μέχρι την τελευταία ταινία της φιλμογραφίας της («Οι Αταίριαστοι», 1961) η Μέριλιν δεν παύει να σκορπά το ξόρκι της στους ανυποψίαστους σινεφίλ.

Εμείς αναζητήσαμε μερικές από τις κινηματογραφικές στιγμές στις οποίες έλαμψε η αδικοχαμένη ντίβα και σας τις παρουσιάζουμε:

H Mέριλιν είναι η αρχετυπική γραμματέας στο «Monkey Business» (1952)

Είναι ξανθιά, είναι θεόχαζη, είναι πανέμορφη και είναι γραμματέας. Ο Χάουαρντ Χοκς κάνει την αρχή και βάζει τη Μονρόε στο πλευρό του Κάρι Γκραντ ως τη θεά με το iq ραδικιού και το αποτέλεσμα είναι ξεκαρδιστικό. Κάποια στιγμή, στην αρχή της ταινίας, ο Κάρι Γκραντ της λέει πως έρχεται πολύ νωρίς στη δουλειά για να λάβει το αμίμητο «Mr. Oxley's been complaining about my punctuation, so I'm careful to get here before nine.» (λογοπαίγνιο με τις λέξεις punctuation=στίξη, punctuality= ακρίβεια, συνέπεια)

H Mέριλιν τραγουδά το «Diamonds Are a Girl's Best Friend» στο «Οι Άνδρες Προτιμούν τις Ξανθιές» (1953)
Η Μέριλιν Μονρόε εμπνέει το φουαγιέ του κινηματογράφου Δαναός

Η Λόρελαϊ Λι, την οποία ενσαρκώνει, γίνεται αμίμητη φιγούρα απληστίας, αποδεικνύοντας πως η Μέριλιν όχι μόνο δεν είναι η χαζή ξανθιά που τη θέλει το Χόλιγουντ, αλλά μπορεί και να εμπνεύσει καλλιτέχνες σχεδόν μισό αιώνα μετά - σαν τη Μαντόνα, που βάσισε το βίντεο του «Material Girl» στην ερμηνεία της. Κι αν η Τζέιν Ράσελ υποτίθεται πως ήταν το πρώτο όνομα της ταινίας, η Μέριλιν ήταν εκείνη που βγήκε θριαμβεύουσα, κάνοντας περήφανο τον σκηνοθέτη Χάουαρντ Χοκς, που πίστεψε σ'αυτήν.

Γυναίκα-δηλητήριο και αντικείμενο του πόθου στην εναρκτήρια σκηνή του «Νιαγάρα» (1953)

Tα γυμνά μέρη του κορμιού της, η ναζιάρικη πόζα της, τα κατακόκκινα χείλη και -σε μετέπειτα σκηνή της ταινίας- το λικνιστό περπάτημα που έγινε σήμα-κατατεθέν της, την εκτόξευσαν στην πρώτη θέση των ανδρικών φαντασιώσεων και στην απόλυτη ενσάρκωση των απαγορευμένων ηδονών. Στο δράμα του Χένρι Χάθαγουεϊ, παίζει την ανικανοποίητη σύζυγο που προσπαθεί να παρασύρει τον δύστυχο, ζηλιάρη σύζυγο στο θάνατό του. Μετά από αυτή την εναρκτήρια σκηνή, μάλλον κανείς δεν αμφέβαλε αν ήταν η Μέριλιν το κορίτσι για το οποίο αξίζει να πεθάνεις.

Ο αεραγωγός του μετρό σηκώνει το άσπρο φόρεμα της Μέριλιν στο «Επτά Χρόνια Φαγούρα» (1955)

Πόσο πιο εμβληματικό από αυτό; Αν και η σκηνή εντός της ταινίας δε λέει πολλά, στην καμπάνια προώθησής της οι αντίστοιχες φωτογραφίες είχαν τεράστια επιτυχία, μετατρέποντας το ενσταντανέ σε σημαία της ποπ κουλτούρας. Για χάρη της ιστορίας, αξίζει να αναφερθεί πως ο ζηλιάρης Τζο ντι Μάτζιο είχε συνοδεύσει την τότε σύζυγό του Μέριλιν σε εκείνο το γύρισμα, από το οποίο και είχε φύγει έξαλλος. Μέχρι την κυκλοφορία της ταινίας, στην οποία η Μονρόε ερμηνεύει τη φαντασίωση του παντρεμένου γείτονά της (αλλά και των απανταχού αρσενικών), ο γάμος της με το αστέρι του μπέιζμπολ ήταν παρελθόν.

Η Μέριλιν αναλύει τις σχέσεις στο «Μερικοί το Προτιμούν Καυτό» (1959)

Σε μία από τις πιο διάσημες κωμωδίες όλων των εποχών, ο Μπίλι Γουάιλντερ θέλει τη Μονρόε αντικείμενο του πόθου, σέξι γατούλα και καλή φίλη ταυτόχρονα -κι εκείνη ανταπεξέρχεται έξοχα στον ρόλο. Ανάμεσα σε δύο άνδρες μουσικούς μεταμφιεσμένους σε γυναίκες, κι ενώ ο ένας από αυτούς (ο Τόνι Κέρτις, στο σαξόφωνο) είναι τρελά ερωτευμένος μαζί της, η Μέριλιν αποκαλύπτει την καταστροφική αδυναμία της για τους παίχτες σαξόφωνου και το σπιράλ επιθυμίας που την οδηγεί κάθε φορά κοντά τους για να καταλήξει: «Βλέπεις; Δεν είμαι και πολύ έξυπνη!»

H Mέριλιν πιάνεται στα χέρια με τον Κλαρκ Γκέιμπλ στους «Αταίριαστους» (1961)

Στην τελευταία της ερμηνεία, η Μέριλιν τα έδωσε όλα σε έναν δραματικό ρόλο αποδεικνύοντας πόσο μεγάλο μέλλον είχε σε ένα είδος στο οποίο δοκιμάστηκε ελάχιστα. Δουλεύοντας στο σενάριο του συζύγου της, Άρθουρ Μίλερ, ενσαρκώνει μία γυναίκα που παλεύει να κάνει τους άνδρες να δουν πέρα από το κορμί και το πρόσωπό της. Η ενστικτωδώς παθιασμένη ερμηνεία της στο πλάι του συζύγου που απορρίπτει (Κέβιν ΜακΚάρθι), του κατεστραμένου καβαλάρη ροντέο (Μοντγκόμερι Κλιφτ) αλλά κυρίως του εραστή τον οποίο επικρίνει (Κλαρκ Γκέιμπλ) δίνουν στους «Αταίριαστους» τη σπίθα που κάνει το φιλμ κλασσικό. Το γεγονός ότι η Μέριλιν παλεύει με τον Γκέιμπλ στη μέση της ερήμου είναι απλά το κερασάκι σε αυτή την πικρή, πολύ πικρή, τούρτα.

Φαίδρα Βόκαλη

http://www.e-go.gr/cinemag/summary1.asp?catid=10169&subid=2&pubid=128904108

Δευτέρα, 16 Ιανουαρίου 2012

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΑΡΑΘΕΟΔΩΡΗΣ. Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΑΠΟΔΗΜΟΣ ΕΛΛΗΝΑΣ ΤΩΝ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ .

Πηγή: apodimos.com

Αυτό το έτος είναι αφιερωμένο στον Αϊνστάιν , όμως δεν έχει δοθεί η πρέπουσα προσοχή και εκτίμηση να αφιερωθεί μια μεγάλη επικοινωνιακή προβολή για το έργο του Κωνσταντίνου Καραθεοδωρή που είχε στενή επιστημονική συνεργασία και αλληλοεκτίμηση με τον Αϊνστάιν. Αυτός ο Έλληνας μαθηματικός της ελληνικής διασποράς γεννήθηκε στο Βερολίνο και πέθανε στο Μόναχο. Είχε δε τις σημαντικές συνεισφορές στη θεωρία των πραγματικών λειτουργιών, σύμμορφες αντιπροσωπεύσεις, στον υπολογισμό των παραλλαγών, και στη θεωρία του σημείο-καθορισμένου μέτρου, όπως και στη θεωρία θερμοδυναμικής και σχετικότητας. Ο Κωνσταντίνος Καραθεοδωρής ήταν ο εξαιρετικός μαθηματικός από το πρώτο μισό του 20ού αιώνα με μια μεγάλη παγκόσμια επιρροή.


Ο Κωνσταντίνος Καραθεοδωρής γεννήθηκε στο Βερολίνο στις 13 Σεπτεμβρίου 1873 όπου ο πατέρας του ήταν πρεσβευτής της Τουρκίας. Πατέρας του ήταν ο Στέφανος Καραθεοδωρής και μητέρα του η Δέσποινα Πετροκόκκινου που η καταγωγή της ήταν από τη Χίο. Όλες τις σπουδές του τις έκανε στο εξωτερικό . Παρότι μεγάλωσε στην Ευρώπη , η ανατροφή του ήταν Ελληνοχριστιανική . Από μικρό παιδί μιλούσε Ελληνικά και Γαλλικά και πριν συμπληρώσει τα εφηβικά του χρόνια μιλούσε Τουρκικά και Γερμανικά. Έτσι ο Κωνσταντίνος Καραθεοδωρής κληρονόμησε ένα ταλέντο για τις γλώσσες που επεκτείνεται πέρα από τις γενεές στην οικογένειά του. Τα ελληνικά και γαλλικά που ήταν οι πρώτες γλώσσες του και τελικά κυριάρχησαν τα γερμανικά με τα οποία μιλούσε με τέτοια τελειότητα καθ’ ότι και οι γραφές του συντίθενται στη γερμανική γλώσσα και είναι υφολογικά βασικά έργα του. Ο Καραθεοδωρής επίσης μιλούσε και έγραφε τα αγγλικά, Ιταλικά, Τουρκικά .

Γενέτειρα της οικογένειας Καραθεοδωρή ήταν το παλιό Μποσνοχώρι , του οποίου ζωντανή συνέχεια αποτελεί η Ν. Βύσσα. Διατηρώντας δια μέσω των αιώνων την Ελληνική ορθόδοξη φυσιογνωμία του , το παλαιό Μποσνοχώρι , κατάφερε να επιβιώσει μέσα από ιδιαίτερες αντίξοες συνθήκες της οθωμανικής περιόδου και να αναδείξει κορυφαίες προσωπικότητες των επιστημών , των τεχνών και των γραμμάτων ανάμεσα στις οποίες και την εξέχουσα οικογένεια των Καραθεοδωρήδων, μέλη της οποίας ανήλθαν στα ύπατα αξιώματα της Αυτοκρατορίας και απέσπασαν παγκόσμια αναγνώριση , χωρίς να αλλάξουν την ορθόδοξη πίστη τους ή να αρνηθούν την ελληνική τους συνείδηση.

Ο Κωνσταντίνος Καραθεοδωρής το 1883-85 πήγε στην Σχολή της Ριβιέρας και του Σαν Ρέμο. Ένα χρόνο πήγε σε Γυμνάσιο των Βρυξελών όπου στο μάθημα της Γεωμετρίας ένοιωσε την αγάπη και την κλήση που είχε για τα μαθηματικά. Το 1886 γράφτηκε στο Γυμνάσιο Ατενέ Ρουαγιάλ ντ' Ιξέλλ των Βρυξελών απ' όπου πήρε το απολυτήριο του Γυμνασίου το καλοκαίρι του 1891. Στο Βέλγιο τότε γινόταν ένας διαγωνισμός μαθηματικών στον οποίο κλήθηκε η τάξη του Καραθεοδωρή να διαγωνιστεί και για δύο χρόνια κατά σειρά και ο Καραθεοδωρής πήρε την πρώτη θέση και τις δύο χρονιές.

Στις 18 Οκτωβρίου 1891 ύστερα από εξετάσεις μπήκε στην Βελγική Στρατιωτική Σχολή όπου και άρχισε μια νέα περίοδο της ζωής του. Το 1895 αποφοίτησε από τη στρατιωτική σχολή ως Αξιωματικός του Μηχανικού και το 1898 έρχεται στην Αίγυπτο διότι προσελήφθη από τη Βρετανική Εταιρεία που κατασκεύαζε τα φράγματα του Ασουάν του Ασιούτ ως βοηθός μηχανικός. Στην Αίγυπτο ο Καραθεοδωρής παρέμεινε δύο χρόνια . Εκεί κατάλαβε ότι τα μαθηματικά ασκούσαν πάνω του μια πολύ μεγάλη γοητεία και ότι η δουλειά του πολιτικού μηχανικού δεν τον ικανοποιούσε. Αποφάσισε λοιπόν τον Ιούνιο του 1900 να εγκαταλείψει την Αίγυπτο και να σπουδάσει μαθηματικά στο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου στην Γερμανία.

Ο Κωνσταντίνος Καραθεοδωρή παντρεύτηκε το 1908, στην Κωνσταντινούπολη , την Ευφροσύνη , το γένος Καραθεοδωρή, που ήταν μακρινή συγγενής του. Αυτός ήταν 35 ετών και η σύζυγος του 24 . Απέκτησαν δε δύο παιδιά , την Δέσποινα και τον Στέφανο.

Ο Κωνσταντίνος Καραθεοδωρή αναδείχτηκε σε κορυφαίο μαθηματικό παγκόσμιου επιπέδου, χρηματίζοντας καθηγητής σε τέσσερα γερμανικά πανεπιστήμια καθώς και στο Μετσόβιο Πολυτεχνείο, ενώ ανέλαβε κατ' εντολή του Βενιζέλου να οργανώσει το Πανεπιστήμιο της Ιωνίας στη Σμύρνη, των Αθηνών και της Θεσσαλονίκης.

Το επιστημονικό έργο του Κωνσταντίνου Καραθεοδωρή επεκτείνεται σε πολλούς τομείς των Μαθηματικών , της Φυσικής και της Αρχαιολογίας. Οι μαθηματικές του εργασίες αναφέρονται στον λογισμό των μεταβολών , στην θεωρία των πραγματικών συναρτήσεων , στη θεωρία των μιγαδικών συναρτήσεων , στις διαφορικές εξισώσεις με μερικές παραγώγους, στη θεωρία των συνόλων και στη διαφορική γεωμετρία. Οι εργασίες του στη Φυσική αφορούν τη θερμοδυναμική , τη γεωμετρική οπτική, την οπτική γενικότερα , την ειδική σχετικότητα και τη μηχανική. Οι αρχαιολογικές του μελέτες αναφέρονται σε κατασκευές της Αρχαίας Ελλάδας και της Αρχαίας Αιγύπτου. Συγκεκριμένα σε ναούς, σε πυραμίδες , σε αρδευτικά έργα κλπ.

Η αγάπη του για τον Ελληνισμό και την Ορθοδοξία.

Όσον δε για την γλωσσομάθεια του Κωνσταντίνου Καραθεοδωρή, ο αξιοσέβαστος καθηγητής για τις αρχαίες γλώσσες Kurt von Fritz, εγκωμίασε τον Καραθεοδωρή, λέγοντας ότι κανείς από όλους δεν θα μπορούσε να μάθει ένα ατελείωτο ποσό για την παλαιά και νέα Ελλάδα, η παλαιά ελληνική γλώσσα και τα ελληνικά μαθηματικά. Ο φιλόσοφος Kurt von Fritz διοργάνωνε έναν αναρίθμητο αριθμό συζητήσεων με Καραθεοδωρή για τις γλώσσες αυτές, τις οποίες αναφερόμαστε, για τις οποίες είχε βαθιά στην καρδιά του, διότι ο Καραθεοδωρή έκανε αισθητό σε όλους ότι πάνω από όλα είχε τα «ελληνικά» . Η ελληνική γλώσσα μιλήθηκε αποκλειστικά στο σπίτι του Καραθεοδωρή. Ο γιος του Στέφανος και η κόρη Δέσποινα πήγαν σε ένα γερμανικό γυμνάσιο, αλλά έλαβαν την καθημερινή πρόσθετη οδηγία στην ελληνική γλώσσα και τον πολιτισμό από έναν Έλληνα ιερέα. Στο σπίτι του Καραθεοδωρή δεν επιτρέπετο για να μιλήσουν οποιαδήποτε άλλη γλώσσα εκτός των Ελληνικών.

Στοιχεία της επιστημοσύνης του Κωνσταντίνου Καραθεοδωρή

Ο Κωνσταντίνος Καραθεοδωρής που ήταν ένας από τους μεγαλύτερους μελετητές των μαθηματικών, στην αρχή στο πανεπιστήμιο του Βερολίνου το 1900 έπειτα άρχισε τις διαβαθμισμένες μελέτες του, το 1902 στο πανεπιστήμιο Göttingen, όπου έλαβε το pH το 1904 υπό την επίβλεψη Hermann Minkowski. Μετά από τη διδασκαλία στα πανεπιστήμια του Αννόβερου (1909), Breslau (1910-1913), Göttingen (1913-1918), και Βερολίνο (1918-1920). Ο Κωνσταντίνος Καραθεοδωρής δέχτηκε μια θέση στο πανεπιστήμιο της Σμύρνης στην Ανατολία. Όταν οι Τούρκοι καταστρέψανε την Σμύρνη το 1922, Κωνσταντίνος Καραθεοδωρής έσωσε την πανεπιστημιακή βιβλιοθήκη και κινήθηκε προς το πανεπιστήμιο της Αθήνας, όπου δίδαξε έως το 1924. Ο Κωνσταντίνος Καραθεοδωρής διορίστηκε στη συνέχεια τον καθηγητή των μαθηματικών στο πανεπιστήμιο του Μονάχου.

Το 1916, ο Κωνσταντίνος Καραθεοδωρής όταν ήταν πλήρης καθηγητής των μαθηματικών στο Göttingen, και στην Γερμανία έλαβε αυτήν την επιστολή από το Βερολίνο από τον Αλβέρτο Αϊνστάιν:



Berlin, Sunday

Dear colleague!

I find your derivation wonderful, now I understand everything. At first, the small writing mistakes on the second page had caused me some difficulties. Now, however, I understand everything. You should publish the theory in this new form in the Annals of Physics since the physicists do not normally know anything about this subject as was also the case with me. With my letter I must have come across to you like a Berliner who had just discovered Grunewald and wondered whether people were already living there.

If you wouldn't mind also making the effort to present to me the canonical transfromations, you'll find in me a grateful and attentive audience. If you, however, answer the question about the closed time trajectories, I will appear before you with my hands folded. The underlying truth, though, is well worth some perspiration.

Best regards, your Albert Einstein.

Η προηγουμένως αναφερθείσα επιστολή του Αϊνστάιν ήταν μέρος της αλληλογραφίας τους για τη θεωρία Hamilton - Jacobi.

Ο Αλβέρτος Αϊνστάιν περίπου το 1912 είχε θέσει τις σκέψεις και τις ιδέες του σχετικά με τη γενική θεωρία σχετικότητας και ήλπισε με τη βοήθεια των εργαλείων Hamilton -Jacobi να φθάσει στις βαθύτερες ιδέες. Έχοντας αυτό υπόψη, στην 6η Σεπτεμβρίου του 1916 έγραψε στον Καραθεοδωρή . Στο τέλος της επιστολής του, Αλβέρτος Αϊνστάιν ρώτησε τον Καραθεοδωρή : «Would you think a little bit about the problem of closed time trajectories? Here lies the essence of this still unsolved part of the space-time problem. I wish you all the best from yours truly, A. Einstein.» . Ο Κωνσταντίνος Καραθεοδωρής απάντησε την 16 Δεκεμβρίου 1916 γράφοντας : «Dear colleague, the main points in the theory of canonical substitutions can be most easily derived in my opinion in the following way. » Έπειτα παρουσιάζονται οι μαθηματικές εκφράσεις από τη θεωρία Hamilton - Jacobi. Και η επιστολή τελειώνει γράφοντας ….. «With best wishes, yours truly, C. Carathéodory.»

Η επιστολές του Αϊνστάιν εκφράζουν το γενικό συναίσθημα προς τον Καραθεοδωρή στο χρόνο. Επίσης η αποδοχή του Καραθεοδωρή ήταν μεγάλη στην Πρωσίδα ακαδημία των επιστημών στο Βερολίνο το 1919.

Ένα δε άλλο διάσημο μέλος της Βαυαρικής Ακαδημίας των επιστημών, ο Geheimrat Oskar Perron είπε : «Carathéodory, one of the most magnificent mathematicians, substantially enriched and vitally influenced the sciences ... a man of unusually extensive education. As a member of the Greek nation, with his soaring spirit and restless pursuit, he continued the recognition of the tradition and legacy of classical Greek culture».

Ο Καραθεοδωρή έγραψε 232 περίπου εργασίες από τις οποίες δημοσιεύθηκαν οι 165. Όλες σχεδόν οι εργασίες του είναι θεμελιώδεις έρευνες εξαιρετικής εμπνεύσεως οι οποίες τον αναδεικνύουν ως έναν από τους λίγους στη παγκόσμια επιστήμη, και είναι ο ρυμοτόμος της μαθηματικής διανοήσεως. Η όλη του έρευνα εκπροσωπεί το νέο μαθηματικό πνεύμα του 20ου αιώνα το οποίο χαρακτηρίζεται από την επάνοδο στην κλασική εντέλεια των αρχαίων ελλήνων μαθηματικών. Συγχρόνως το ενδιαφέρον του για τη σύγχρονη πολλαπλή πνευματική κίνηση εκδηλώνεται με συγγραφές και διαλέξεις .

Για πολλά χρόνια ήταν συνεκδότης του περιοδικού Mathematische annalen, μέλος της συντακτικής επιτροπής του περιοδικού Circolo Mathematico di Palermo και πρόεδρος της συντακτικής επιτροπής της Encykloradie der Mechanik (1931-1935).

Ο Κωνσταντίνος Καραθεοδωρής πέθανε στις 2 Φεβρουαρίου 1950 θρηνούμενος από τους Μαθηματικούς και τους φυσικούς όλου του κόσμου, αλλά και από τον πνευματικό κόσμο δύο λαών που τον θεωρούσαν κι οι κι οι δύο ως τον καλύτερο εκπρόσωπο τους, του ελληνικού και του γερμανικού.

Επίσης η αίθουσα συνεδριάσεων του νέου Πανεπιστημίου στην Ξάνθη, ονομάζεται με το ονομάζεται με το όνομα του.

http://www.apodimos.com/arthra/05/Aug/Constantin_Caratheodory_O_MEGALOS_ELLHNAS_THS_EPISTHMHS/index.htm

Παρασκευή, 13 Ιανουαρίου 2012

Γουίλιαμ Σαίξπηρ, 1564-1616 (William Shakespear)

Πηγή: biographies.nea-acropoli.gr

Ο Σαίξπηρ κατέχει μοναδική θέση στην παγκόσμια λογοτεχνία. Υπήρξαν και άλλοι ποιητές που το έργο τους υπερέβη τα εθνικά σύνορα.

Κανενός συγγραφέα όμως η φήμη δεν μπορεί να συγκριθεί με εκείνη του Σαίξπηρ, που τα έργα του, γραμμένα στα τέλη του 16ου και στις αρχές του 17ου αιώνα για ένα μικρό θίασο ρεπερτορίου, σήμερα ανεβαίνουν στη σκηνή ή διαβάζονται όλο και πιο συχνά και σε περισσότερες χώρες από ποτέ άλλοτε. Η προφητεία του μεγάλου σύγχρονού του, του ποιητή και δραματουργού Μπεν Τζόνσον - ότι ο Σαίξπηρ δεν ανήκε σε μια εποχή, αλλά σε όλες τις εποχές - επαληθεύτηκε.

Πέρασε τα πρώτα χρόνια της ζωής του στο Στράτφορντ-Απόν-Ειβον, όπου πολύ πιθανόν να φοίτησε στο τοπικό σχολείο. Σε ηλικία 18 ετών παντρεύτηκε μια συντοπίτισσά του, την Αν Χάθαγουευ, από την οποία απέκτησε μία κόρη, τη Σουζάνα, και τα δίδυμα Χάμνετ και Τζούντιθ. Δεν είναι γνωστό με τι ασχολήθηκε ο Σαίξπηρ τα χρόνια αυτά.

Η πρώτη αναφορά που γίνεται σε αυτόν στα θεατρικά πράγματα του Λονδίνου βρίσκεται σε ένα φυλλάδιο του 1592 του ομοτέχνου του δραματουργού Ρόμπερτ Γκρην, που τον περιγράφει ως «τυχάρπαστο κοράκι στολισμένο με τα δικά μας φτερά, με καρδιά τίγρης τυλιγμένη σε προβιά ηθοποιού, που νομίζει ότι μπορεί να στομφάρει ανομοιοκατάληκτους στίχους όπως οι καλύτεροι από σας». Το 1594 ήταν μέλος του σημαντικότερου θιάσου του Λονδίνου, γνωστού ως « ο Θίασος του Λόρδου Καγκελάριου».

Επί 20 χρόνια ο Σαίξπηρ υπήρξε επαγγελματίας του θεάτρου, συμμετείχε στη συνεταιριστική επιχείρηση και ενδιαφερόταν για οικονομική επιτυχία των έργων που έγραφε για το θίασο. Εξακολούθησε να ζει στο Λονδίνο απολαμβάνοντας τη φήμη και την οικονομική ευμάρεια. Γύρω στο 1600 αποσύρθηκε στη γενέτειρά του, όπου έζησε ως επαρχιώτης άρχοντας. Πέθανε το 1616 και λίγο αργότερα η οικογένειά του ή οι φίλοι του έστησαν ένα μνημείο με ένα επίγραμμα στη Λατινική, στο οποίο αποδίδονται στο Σαίξπηρ η σοφία του Νέστορος, η ευφυΐα του Σωκράτη και η ποιητική τέχνη του Βεργιλίου.

Εκτός από δύο μακροσκελή ποιήματα, το «Αφροδίτη και Άδωνης» και το «Βιασμός της Λουκρητίας» και της συλλογής των περίφημων «Σονέτων» του, που δημοσιεύτηκαν το 1609, ο Σαίξπηρ δεν έγραψε παρά μόνο θεατρικά έργα. Παρά τις μελέτες των ειδικών, συχνά είναι αδύνατο να χρονολογηθούν με ακρίβεια τα έργα του. Υπάρχει πάντως μια γενική συμφωνία, ιδιαίτερα για τα έργα που γράφτηκαν στις περιόδους 1585 - 1601, 1605 - 1607 και μετά το 1609. Αυτή η χρονολόγηση στηρίζεται σε εξωτερικές και εσωτερικές μαρτυρίες και σε γενικές υφολογικές και θεματικές παρατηρήσεις. Το διάστημα 1585 - 1601 αποτελεί την περίοδο των ενθουσιασμών και της νεότητας, της ελαφράς κωμωδίας και των μεγάλων ιστορικών συνθέσεων. Το διάστημα 1600 - 1608 είναι η εποχή των κωμωδιών και των μεγάλων τραγωδιών. Η τελευταία περίοδος μετά το 1609 φαίνεται να ανταποκρίνεται σε μία ηρεμότερη και ανεκτικότερη αντιμετώπιση των πραγμάτων.

Λίγοι συγγραφείς είχαν τέτοια εξέλιξη κατά τη δημιουργική τους περίοδο, όπως ο Σαίξπηρ. Στο τέλος του 16ου αιώνα είχε γράψει περίπου 22 έργα, όμως κανένα απο αυτά δεν αντιπροσωπεύει την ωριμότητά του, αν και μερικά, κατά ποικίλους τρόπους, δίνουν μια αλάνθαστη πρόγευση του τι επρόκειτο να επακολουθήσει. Με τον ερχομό του νέου αιώνα, επήλθε μια αιφνίδια και διαρκής αλλαγή, όχι στους προσανατολισμούς της σκέψης του, αλλά στην έντασή της. Είναι σαν να σαγηνεύτηκε ξαφνικά από το σύμπαν, μετά από μια περίοδο γαλήνιου και σχεδόν απροκατάληπτου στοχασμού. Η περίσκεψη μεταμορφώθηκε σε ζήλο. Η αλλαγή αυτή αποκαλύπτεται κατά πρώτο λόγο στον Άμλετ.

Ο Martin Lings, στο βιβλίο του «το Μυστικό του Σαίξπηρ», αναφέρει ότι ο Σαίξπηρ από την ηλικία των τριάντα, ή και προηγουμένως, είχε έρθει σε επαφή με διάφορα δόγματα, μερικά όντως εσωτερικά, άλλα απλώς αποκρυφιστικά, τα οποία συγκέντρωναν το θερμό ενδιαφέρον των Λονδρέζων δραματουργών και άλλων συγγραφέων της εποχής, όπως επίσης των αριστοκρατών που τους στήριζαν, τους προστάτευαν και τους ενθάρρυναν. Αναμφίβολα το κύριο ρεύμα της μυστικής κληρονομιάς του Μεσαίωνα ήταν Χριστιανικό. Όμως, από το τέλος του 16ου αιώνα ενισχύθηκε από πολλούς παραποτάμους - Πυθαγορικοί, Πλατωνικοί, Καβαλιστές, Ερμητιστές, Ροδόσταυροι, Αλχημιστές.

Μπορούμε να πούμε ότι στο Μεσαίωνα πίστευαν ότι η μάζα των λαϊκών ακολουθούσε την οδό της σωτηρίας, ενώ τα μοναστικά τάγματα και οι λαϊκοί που βρίσκονταν σε άμεση σχέση με αυτά, μαζί με μια η δυο άλλες αδελφότητες όπως οι Τέκτονες και οι Συντεχνίτες, ακολουθούσαν την οδό του καθαγιασμού . Με άλλα λόγια, ο σκοπός τους ήταν η μετάβαση μέσω του Καθαρτηρίου στην αγιασμένη ζωή. Μερικοί υπέθεσαν πως ο Σαίξπηρ ήταν μέλος της αδελφότητας των Ροδόσταυρων, άλλοι πιστεύουν πως ήταν Τέκτονας. Αυτό είναι ένα μέρος του μυστικού του που ίσως ποτέ να μην αποκαλυφθεί. Όμως αυτό που με σαφήνεια αντιλαμβανόμαστε είναι ότι τα έργα του υπερβαίνουν κατά πολύ την ιδέα της σωτηρίας στην πιο περιορισμένη έννοιά της, κι αυτό μας δείχνει έμμεσα πως ο δημιουργός τους ακολουθούσε την οδό του Καθαγιασμού, μια οδό πνευματική, η οποία προϋποθέτει την επαφή με κάποιο τάγμα.

Ο Dover Wilson αναφέρει ότι ο Σαίξπηρ έζησε στον κόσμο του Πλάτωνα και του Αυγουστίνου, ενώ από τη Γαλλική επανάσταση ζούμε στον κόσμο του Ρουσσώ, και αυτό το γεγονός ρίχνει σε πολλές κακοτοπιές τους ανυποψίαστους αναγνώστες. Λέει επίσης ότι το κύριο θέμα των ηθικών έργων του Σαίξπηρ είναι η μετάπλαση του απερίσκεπτου Πρίγκιπα σε ιδανικό Βασιλιά. Για να κατανοήσουμε τη διάσταση αυτού του θέματος, πρέπει να λάβουμε υπόψη μας ότι στον κόσμο του Πλάτωνα και του Αγίου Αυγουστίνου μόνο ο καθαγιασμένος άνθρωπος θα μπορούσε να θεωρηθεί «ιδανικός Βασιλιάς».

Ο Σαίξπηρ, όπως ο Lyly, o Spenser, o Chapman, o Ben Jonson και πολλοί άλλοι, γνώριζε καλά ότι ο καρπός του χημικού γάμου μεταξύ του υδραργύρου και του θείου, ή του «Βασιλιά και της Βασίλισσας», το magnum opus των Αλχημιστών, είναι η τελειοποιημένη και αναστημένη ψυχή, όπως και ότι το αλχημικό έργο αποτελεί απαραίτητα το πρώτο βήμα στο μονοπάτι που οδηγεί τελικά στη μυστική ένωση της τελειοποιημένης ψυχής με το Θείο Πνεύμα. Όπως έδειξε ο Raul Arnold στο λεπτομερές σχόλιό του, η ένωση αυτή είναι το πραγματικό θέμα του αλχημικού ποιήματος του Σαίξπηρ ο Φοίνικας και η Χελώνα. Επίσης η ίδια ένωση και ο γάμος που αποτελεί καρπό δοκιμασίας και εξαγνισμού, είναι το θέμα πρωιμότερων έργων του Σαίξπηρ, όπως το Αγάπης Αγώνας Άγονος και τον Έμπορο της Βενετίας.

Ο αρχαίος και μεσαιωνικός κόσμος πίστευε ότι κάθε ανθρώπινο ον ταιριάζει τέλεια με ένα άλλο ανθρώπινο ον του αντίθετου φύλου. Μπορεί να τα χωρίζει κάποτε ο χώρος και ο χρόνος, ή και να μη συναντηθούν ποτέ στη ζωή τους, αν όμως συναντηθούν, κανένα γήινο πάθος δεν μπορεί να συγκριθεί με την αγάπη που νοιώθει το ένα για το άλλο.

Μπορούμε να πούμε ότι όπου χρησιμοποιείται ο συμβολισμός της αγάπης μεταξύ εραστών, μόνο μια τέτοια ολοκληρωτική και ‘‘απόλυτη’’ αγάπη όπως αυτή μπορεί να αναπαραστήσει πλήρως την πρωταρχική σχέση μεταξύ ψυχής και Πνεύματος. Είναι ξεκάθαρο ότι ο Σαίξπηρ μια τέτοια αγάπη είχε στο νου του, όταν σκιαγραφούσε χαρακτήρες όπως ο Ρωμαίος και η Ιουλιέτα, ο Οθέλλος και η Δυσδαιμόνα, ή ο Αντώνιος και η Κλεοπάτρα.

Ο Σαίξπηρ γεννήθηκε τρεις μήνες σχεδόν μετά το θάνατο του Μιχαήλ Αγγέλου. Και οι δυο τους συγκαταλέγονται στις «μεγάλες ιδιοφυΐες της Αναγέννησης». Όμως ο Σαίξπηρ μοιάζει, όσο περνάει ο χρόνος, να στρέφεται προς τα πίσω, στο Μεσαίωνα, και με την αλλαγή του αιώνα να γίνεται, αντίθετα από τους άλλους δραματουργούς, ο συνεχιστής και φορέας του παρελθόντος, ο τελευταίος φρουρός μιας εποχής που έτεινε γοργά να εκλείψει.

Το μεσαιωνικό πορτραίτο είναι κυρίως το πορτραίτο του Πνεύματος που καταυγάζει πίσω από ένα ανθρώπινο πέπλο. Με άλλα λόγια, είναι ένα παράθυρο που ανοίγει από το μερικό στο καθολικό, και ενώ τοποθετείται στην εποχή και τον πολιτισμό που το γέννησε, ως τυπικό δείγμα μιας ιδιαίτερης περιόδου και ενός συγκεκριμένου χώρου, συγχρόνως, λόγω αυτού του ανοίγματος στο καθολικό, χαρακτηρίζεται από κάτι που δεν ανήκει σε καμία εποχή. Αντίθετα, η Αναγέννηση στερείται αυτής της φοράς προς το καθολικό και είναι ερμητικά κλεισμένη στην εποχή της. Ο λόγος είναι ότι η οπτική της είναι ουμανιστική, και ο ουμανισμός, που είναι η επανάσταση της λογικής ενάντια στο πνεύμα, κρίνει τον άνθρωπο και τα πράγματα στα μέτρα του ανθρώπου και μόνο, σαν να μην υπάρχει τίποτε άλλο πέρα απο αυτόν.

Ο Σαίξπηρ δεν επηρεάστηκε απο αυτή την τάση της Αναγέννησης αλλά έκανε ένα άνοιγμα στο καθολικό. Αυτός είναι ο λόγος που τα έργα του ξεπέρασαν τα σύνορα της χώρας του και της εποχής του. Όπως λέει ο Martin Lings, όταν καθόμαστε μπροστά από ένα Ρωμανικό η Γοτθικό καθεδρικό, αισθανόμαστε ότι βρισκόμαστε στο κέντρο του κόσμου. Όταν στεκόμαστε μπροστά από μία Αναγεννησιακή, Μπαρόκ ή Ροκοκό εκκλησία, απλά έχουμε συνείδηση ότι βρισκόμαστε στην Ευρώπη. Κατά τον ίδιο τρόπο θα μπορούσαμε να πούμε ότι το να παρευρίσκεσαι σε μια επιτυχημένη παρουσίαση του Βασιλιά Ληρ δε σημαίνει απλά να παρακολουθείς, αλλά να γίνεσαι μάρτυρας, με μυστηριώδη τρόπο, της ιστορίας του ανθρώπινου γένους.

Η ιδέα ότι τα θεατρικά έργα και τα ποιήματα του Σαίξπηρ δε γράφτηκαν από τον ίδιο απασχόλησε πολλούς ειδικούς. Η αμφισβήτηση προκλήθηκε από την αντίφαση ανάμεσα στο μεγάλο λογοτεχνικό έργο και τη σχετικά ταπεινή καταγωγή του, την υποτιθέμενη ελλιπή του μόρφωση, την έλλειψη πληροφοριών για τη ζωή του. Στα έργα του διαφαίνεται μια εξοικείωση με άλλες γλώσσες και λογοτεχνίες, γνώσεις νομικής, ιστορίας, πολιτικής και γεωγραφίας, εξοικείωση με τους αυλικούς τρόπους συμπεριφοράς και ομιλίας, που θεωρούνται ασύμβατες για ένα απλό ηθοποιό, γιο ενός επαρχιώτη εμπόρου.

Τέτοιες γνώσεις την περίοδο εκείνη ήταν προσιτές μόνο σε πρόσωπα της Αυλής και της αριστοκρατίας. Η σπανιότητα σύγχρονων μαρτυριών και στοιχείων θεωρήθηκε ότι είναι ασύμβατη με τη φήμη του και ότι, κατά συνέπεια, υπέκρυπτε κάποιο μυστήριο. Το γεγονός ότι δε διασώθηκε κανένα χειρόγραφό του θεωρήθηκε ως απόδειξη ότι καταστράφηκαν για να αποκρυφτεί η ταυτότητα του συγγραφέα.

Από τα μέσα του 19ου αιώνα τα έργα του κατά καιρούς αποδόθηκαν στο Φράνσις Μπέηκον, υποκόμη του Σαιντ Ωλμπανς, στον Εντουαρντ ντε Βιρ, 17ο κόμη της Οξφόρδης, στον Γουίλιαμ Στάνλυ, 6ο κόμη του Ντέρμπυ ή στον Κρίστοφερ Μάρλοου. Η Λένα Αδαμοπούλου στο βιβλίο Άνθρωποι των Θαυμάτων αναφέρει ότι ο Φράνσις Μπέηκον είναι ο συγγραφέας των θεατρικών έργων που φέρουν το όνομα του Σαίξπηρ και ότι αυτό υποστηρίζεται από 20.000 περίπου έργα και άρθρα ειδικών μελετητών. Αναφέρει ότι ο Σαίξπηρ ήταν στην πραγματικότητα ένας αποτυχημένος ηθοποιός, που τον προσέλαβε ο Φράνσις Μπέηκον για να κάνει αυτή τη δουλειά, να παίξει το ρόλο του συγγραφέα. Έχει ανακαλυφθεί στα έργα του Μπέηκον μια κρυπτογραφία την οποία έχει επινοήσει ο ίδιος, και χρησιμοποίησε το όνομα του Σαίξπηρ σαν μια μάσκα για να διακηρύξει και να διαδώσει φιλοσοφικές απόψεις που θα μπορούσαν να συντελέσουν σημαντικά στη φιλολογική Αναγέννηση της Αγγλίας.

Ακόμη και η κρυπτογραφική υπηρεσία του αμερικάνικου στρατού, αναφέρει η Λένα Αδαμοπούλου, ανακάλυψε στα τυπωμένα έργα του Σαίξπηρ μια αληθινή κρυπτογραφική βιογραφία του Μπέηκον, στην οποία ο ίδιος αναγνωρίζει τον εαυτό του ως συγγραφέα αυτών των έργων.

Αναμφίβολα μπορούμε να συνειδητοποιήσουμε την ύπαρξη ενός μυστηρίου που περιβάλλει τον Σαίξπηρ και η αιτία για αυτό το μυστήριο είναι τα πενιχρά βιογραφικά στοιχεία που διαθέτουμε, το ότι πέραν των γραπτών του πέρασε από τη ζωή αθόρυβα και το ότι δε διασώθηκε κανένα χειρόγραφό του. Συνειδητοποιούμε την ύπαρξη ενός αινίγματος γύρω από το πρόσωπό του, οι όροι του οποίου είναι δύσκολο να τεθούν.


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
- ΠΑΠΥΡΟΣ ΛΑΡΟΥΣ ΜΠΡΙΤΑΝΝΙΚΑ
- ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΣ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ Will & Ariel Durant
- ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΤΟΥ ΣΑΙΞΠΗΡ Martin Lings
- ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΤΩΝ ΘΑΥΜΑΤΩΝ Αντώνης Αντωνιάδης
- Εγκυκλοπαίδεια ΠΑΠΥΡΟΣ ΛΑΡΟΥΣ
- Ο ΣΑΙΞΠΗΡ ΚΑΙ Η ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ Louis B. Wright

http://biographies.nea-acropoli.gr/index.php?option=com_content&view=article&catid=16:logotexnia&id=105:--1564-1616-william-shakespear&Itemid=28

Πέμπτη, 12 Ιανουαρίου 2012

Τζένη Καρέζη (1936 – 1992)

Πηγή: sansimera.gr

Η αγαπημένη ηθοποιός του θεάτρου και του κινηματογράφου Τζένη Καρέζη γεννήθηκε στην Αθήνα στις 12 Ιανουαρίου 1934. Το πραγματικό της όνομα ήταν Ευγενία Καρπούζη. Έζησε τα παιδικά της χρόνια σε διάφορες πόλεις, ακολουθώντας στις μεταθέσεις τους γονείς της που ήταν εκπαιδευτικοί. Στη Θεσσαλονίκη μπήκε εσωτερική στο Γαλλικό Σχολείο Καλογριών και αργότερα συνέχισε στο αντίστοιχο Saint Joseph στην Αθήνα.

H αγάπη της για το θέατρο άρχισε να εκδηλώνεται από τα μαθητικά της, ακόμη, χρόνια και εκφράστηκε με τη συμμετοχή της στις σχολικές παραστάσεις. Το 1951 –χρονιά αποφοίτησής της από την Ελληνογαλλική Σχολή– πήρε μέρος στην παράσταση της Aντιγόνης του Σοφοκλή που ανέβηκε στο REX από τους τελειόφοιτους, ερμηνεύοντας τον ομώνυμο ρόλο.

Την ίδια χρονιά έγινε δεκτή στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου, όπου μαθήτευσε δίπλα στον Δημήτρη Pοντήρη, τον Άγγελο Tερζάκη, την Kατερίνα και τον Γιώργο Παππά, που υπήρξε και ο πρώτος μεγάλος της έρωτας. Αποφοίτησε το 1954 κα αμέσως χρίστηκε πρωταγωνίστρια. Ο πρώτος της ρόλος στο θεατρικό σανίδι ήταν δίπλα στη Μελίνα Μερκούρη και τον Βασίλη Διαμαντόπουλο, στο έργο Ωραία Ελένη που ανέβηκε τον Οκτώβριο του 1954 στο Θέατρο Κοτοπούλη. Ακολούθησαν σπουδαίοι ρόλοι, δίπλα στον Αλέξη Μινωτή και την Κατίνα Παξινού (Οφηλία στον Άμλετ, Κορντέλια στον Βασιλιά Ληρ, Αντέλα στο Σπίτι της Μπερνάρντα Άλμπα του Λόρκα κ.ά.)

Παράλληλα, το 1955 έκανε και το κινηματογραφικό της ντεμπούτο, με τη Λατέρνα, φτώχεια και φιλότιμο του Αλέκου Σακελάριου, για να ακολουθήσουν περισσότερες από 30 ταινίες, όπως Το κοροϊδάκι της δεσποινίδος (1960), Η νύφη το ’σκασε (1962), Τα κόκκινα φανάρια (1963), Δεσποινίς διευθυντίς (1964), Μια τρελή τρελή οικογένεια (1965), Τζένη - Τζένη (1966), Ένας ιππότης για τη Βασούλα (1968), Μια γυναίκα στην αντίσταση (1970).

Στο Εθνικό Θέατρο έμεινε ως το 1959, παίζοντας σε έργα του Τολστόι, του Αντρέγεφ, του Ούγκο Μπετ και του Αριστοφάνη, δίπλα στη Μαίρη Αρώνη. Μετά το 1960, δημιούργησε δικούς της προσωπικούς θιάσους και συνεργάστηκε με έξοχους κωμικούς, όπως ο Λάμπρος Κωνσταντάρας, ο Ντίνος Ηλιόπουλος, ο Μίμης Φωτόπουλος και ο Διονύσης Παπαγιαννόπουλος.

Από το 1968 μέχρι το θάνατό της έπαιξε μαζί με τον Κώστα Καζάκο, Καμπανέλλη, Άλμπυ, Ίψεν, Τσέχωφ, Αναγνωστάκη, ενώ το 1985 ερμήνευσε για πρώτη φορά αρχαίο δράμα, με τη Μήδεια, σε σκηνοθεσία Bολανάκη, παράσταση που και στο Ηρώδειο και στην Επίδαυρο γνώρισε μεγάλη επιτυχία. Τελευταία της θεατρική παράσταση ήταν τα Διαμάντια και μπλουζ της Λούλας Αναγνωστάκης.

Στην προσωπική της ζωή έκανε δύο γάμους. Ο πρώτος με τον δημοσιογράφο Ζάχο Χατζηφωτίου το 1962 και ο δεύτερος με τον ηθοποιό Κώστα Καζάκο το 1967, με τον οποίο και έμεινε παντρεμένη έως το τέλος της ζωής της. Με τον Καζάκο απέκτησαν έναν γιο, τον Κωνσταντίνο, ο οποίος ακολουθεί με επιτυχία τα βήματα των γονιών του, όντας και ο ίδιος ηθοποιός.

Η Τζένη Καρέζη πέθανε στις 27 Ιουλίου του 1992, νικημένη από την επάρατο νόσο. Στη μνήμη της ιδρύθηκε, την ίδια χρονιά, το ίδρυμα Τζένη Καρέζη, με σκοπό την παρηγορητική αγωγή των ασθενών που πάσχουν από καρκίνο και χρόνιες καταληκτικές νόσους και τη με κάθε μέσο ανακούφισή τους από τον πόνο.

http://www.sansimera.gr/biographies/28

Τετάρτη, 11 Ιανουαρίου 2012

Αριστοτέλης Ωνάσης (1906 – 1975)

Πηγή:enet.gr

«Είναι απεχθής και υπέροχος»
Της ΣΤΑΥΡΟΥΛΑΣ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ (spapa@enet.gr)

Στη βιογραφία του για τον Αριστοτέλη Ωνάση, ο δημοσιογράφος του «Νουβέλ Ομπσερβατέρ» Φρανσουά Φορεστιέ παρουσιάζει δύο πλευρές ενός αδίστακτου και γοητευτικού ανθρώπου
Σμύρνη, 1922. Πίσω από τις μισάνοιχτες γρίλιες του πατρικού του, ένας έφηβος αντικρίζει την καταστροφή: το λιμάνι να φλέγεται, ανθρώπους να πνίγονται φορώντας τα κυριακάτικά τους, μαγαζιά να παραδίνονται στο πλιάτσικο, κομμένα κεφάλια στους δρόμους.

Ο έφηβος ανήκει «στη χειρότερη φάρα της Ανατολής», όπως αποκαλεί τους Ελληνες ο αμερικανός ναύαρχος Μπρίστολ, ύπατος αρμοστής της Κωνσταντινούπολης. Είναι γιος επιφανούς καπνεμπόρου, μέτριος μαθητής της Ακαδημίας Αρώνη, πρωταθλητής της κολύμβησης, με περισσή αυτοπεποίθηση για το μπόι του, ατίθασος. Ακούει στ' όνομα Αριστοτέλης Ωνάσης κι είναι αποφασισμένος να επιβιώσει.

Από τα αρχεία του FBI

Πώς αυτό το αμούστακο παλικαράκι έγινε ένας από τους πιο δυναμικούς κι αμφιλεγόμενους κροίσους του πλανήτη;

Τι μεσολάβησε μέχρι να ταυτιστεί με τη φιγούρα του κοντοπίθαρου γεροδεμένου άντρα με τα χοντρά γυαλιά και τα τσαλακωμένα κοστούμια, που ράγισε την καρδιά μιας Κάλλας και παντρεύτηκε τη διασημότερη χήρα του 20ού αιώνα, την Τζάκι Κένεντι, έχοντας μονίμως τους πράκτορες του FBI στο σβέρκο του και τους παπαράτσι από κοντά;

Ποιοι ήταν οι σύμμαχοι και εχθροί του; Και ποιο το τίμημα της επιτυχίας του;

Ιδού το περιεχόμενο του «Ο άνθρωπος που τα ήθελε όλα», μιας πρόσφατης βιογραφίας του Ωνάση (2006) με την υπογραφή του Φρανσουά Φορεστιέ, που αναμένεται στα ελληνικά από το «Μελάνι».

Δημοσιογράφος του «Νουβέλ Ομπσερβατέρ», με δύο ακόμα βιογραφίες στο ενεργητικό του, του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ και του Χάουαρντ Χιουζ, και γνωστός μας από το βιβλίο του «Τζον Φ. Κένεντι και Μέριλιν», ο Φορεστιέ συμπυκνώνει σε περίπου τριακόσιες σελίδες τη διαδρομή του έλληνα μεγιστάνα, ενσωματώνοντας στην αφήγησή του και γεγονότα και κουτσομπολιά.

Με την ίδια άνεση που παραθέτει στοιχεία από τα αρχεία του FBI, λ.χ, καταγράφει και τις φήμες που έχουν φιλοξενηθεί στις κοσμικές στήλες διαχρονικά. Η εικόνα δε που δίνει για τον ήρωά του δεν επιφυλάσσει σοκαριστικές εκπλήξεις -ο μύθος του Ωνάση φαίνεται τόσο γερά σφυρηλατημένος που δύσκολα θα τον ανέτρεπε κανείς πια.

* Δευτερότοκος γιος του θησαυροφύλακα του Χρηματιστηρίου της Σμύρνης, κι ορφανός από μητέρα, ο νεαρός Αριστοτέλης είδε το '22 να διαλύεται γύρω του το σύμπαν, κι έναν τούρκο υπολοχαγό να θρονιάζεται στο σπίτι του. Το ένστικτο της αυτοσυντήρησης που τον είχε οδηγήσει να κρύψει την πραγματική του ηλικία ώστε να μην θεωρηθεί ενήλικας, τον οδηγεί και στο να γίνει απαραίτητος στον Τούρκο, κρατώντας απέναντί του ρόλο «boy, εραστή και βαλέ», όπως θα ισχυριστούν αργότερα κάποιοι επιζήσαντες...

* Σύντομα, ωστόσο, θα περάσει στη Λέσβο για να εντοπίσει τις γυναίκες της οικογένειας -οι άντρες έχουν εκτελεστεί- κι αφού τις συνοδεύσει στον Πειραιά, θ' αρχίσει να μοιράζει τ' απαραίτητα μπαξίσια για ν' απελευθερώσει τον φυλακισμένο πατέρα του. Από τον τελευταίο, αντί για «ευχαριστώ» θα εισπράξει οργή και την κατηγορία ότι κατασπάλησε την περιουσία τους. Κι έτσι, πληγωμένος αλλά και γεμάτος πείσμα, μια αυγουστιάτικη μέρα του 1923 επιβιβάζεται σ' ένα υπερωκεάνιο για ν' αναζητήσει την τύχη του στην Αργεντινή.

* Στο «Παρίσι της Νότιας Αμερικής», στο αχανές Μπουένος Αϊρες με τα κλαμπ του, πόλη-μαγνήτη για τους «απελπισμένους, τους τυχοδιώκτες, τους τιποτένιους, τους νταβατζήδες, τους πειρατές», θ' αρκεστεί για ένα διάστημα να σκουπίζει πιάτα - «ο θρύλος αναφέρει πως με απέραντη υπερηφάνεια έπλυνε και το ποτήρι του Κάρλος Γκαρντέλ».

* Με τη βοήθεια της εκεί ελληνικής κοινότητας θ' αποκτήσει χαρτιά όπως κι ένα πόστο τηλεφωνητή, και θα σπεύσει να γίνει μέλος της σικάτης λέσχης Aviron παριστάνοντας τον σπουδαίο, ριγώντας από τον πυρετό του χρήματος.

* Πριν καλά καλά συμπληρώσει τα 23, ο Ωνάσης θα μπορεί να κομπάζει για το πρώτο του εκατομμύριο δολάρια - 50 σημερινά! Εχοντας συμφιλιωθεί με τον πατέρα του, και δεδομένου ότι ο τουρκικός καπνός είναι εκλεκτό προϊόν ακόμα, αποκτά την αργεντίνικη υπηκοότητα και βάζει μπροστά το πρώτο υπερατλαντικό του εμπόριο. Ηδη από τότε μαθαίνει έναν κανόνα που δεν πρόκειται να παραβιάσει: «Να μην δουλεύει ποτέ, μα ποτέ, με δικά του χρήματα». Κι ήδη από τότε εξασκείται στην τέχνη του κερδοσκόπου, εισπράττοντας ασφάλειες για καταστροφές φορτίων που ο ίδιος έχει προκαλέσει...

* Εν έτει 1928 ο Ωνάσης εμπορεύεται τα πάντα: καπνό, αλάτι, λίπος φάλαινας, αλκοόλ. Η εποχή «προσφέρεται για κομπίνες», κι ορισμένοι Βορειοαμερικανοί με τους οποίους κι ο ίδιος συναλλάσσεται θησαυρίζουν από την ποταπαγόρευση. «Τι θα ήταν ο Ωνάσης χωρίς τον Τζόε Κένεντι;» αναρωτιέται ο Φορεστιέ. Το σίγουρο είναι πως η κρίση του '29 βρίσκει τον πατριάρχη της ομώνυμης δυναστείας με δέκα φορές πολλαπλασιασμένη την περιουσία του, και τον έλληνα μπίζνεσμαν έτοιμο να εξελιχθεί σ' εφοπλιστή.

* Ο Ωνάσης έχει καταφέρει να τοποθετηθεί υποπρόξενος της Ελλάδας στο Μπουένος Αϊρες, θέση που του εξασφαλίζει φοροαπαλλαγές, διπλωματική ασυλία και πρόσβαση σε ισχυρά νομίσματα. Κι ένας συνταγματάρχης των ΗΠΑ, ονόματι Τζ. Ε. Χούβερ, δέχεται τις πρώτες πληροφορίες γι' αυτόν τον αλματωδώς ανερχόμενο Ελληνα, οι οποίες θα συγκροτήσουν μελλοντικά στα συρτάρια της CIA έναν φάκελο σχεδόν 4.000 σελίδων!

Ασπονδοι εχθροί

Στο «Ο άνθρωπος που τα ήθελε όλα», ο Φρανσουά Φορεστιέ παραθέτει λεπτομερώς τις επιχειρηματικές δραστηριότητες του Ωνάση από τη στιγμή που αγοράζει έξι σαπιοκάραβα από την καναδική κυβέρνηση για να τα επανδρώσει με τα «φθηνότερα πληρώματα του κόσμου, τα ελληνικά», καταγράφει τις παραγγελίες του για πετρελαιοφόρα τερατώδους χωρητικότητας από τα σουηδικά ναυπηγεία, τον παρακολουθεί να υψώνει με αστραπιαία ταχύτητα στα πλοία του τη σημαία του Παναμά και ν' αποκτά κοψοχρονιά έναν ολόκληρο στόλο πλοίων Λίμπερτι από τις ΗΠΑ, μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, αντιπαραβάλλοντας κάθε φορά τις κινήσεις του μ' εκείνες του πιο άσπονδου εχθρού του, του Σταύρου Νιάρχου.

* «Οι δύο άντρες», σημειώνει, «δεν μοιάζουν καθόλου, ωστόσο αλληλοσυμπληρώνονται. Ο Ωνάσης είναι ένα λιοντάρι. Ο Νιάρχος είναι σνομπ, british, λαγωνικό ράτσας. Ο πρώτος αγαπάει τις ντίβες της όπερας, τις τυχοδιώκτριες, τις πουτάνες. Ο δεύτερος αγαπάει τις γυναίκες για σπίτι και τις πουτάνες. Στα χρόνια, η αντιζηλία τους θα λάβει διαστάσεις νοσηρής εμμονής. Ο,τι χτίζει ο ένας, θα το γκρεμίζει ο άλλος...».

* Βιογραφώντας τον Ωνάση, ο Φορεστιέ φιλοτεχνεί αναπόφευκτα και τα πορτρέτα των αδελφών Λιβανού, της Ευγενίας (μετέπειτα κυρίας Νιάρχου) και της Τίνας (κυρίας Ωνάση και Νιάρχου διαδοχικά), επιμένει στη θεαματική μεταμόρφωση της «χοντρής, θεόστραβης και με αξύριστες γάμπες» Κάλλας σε μια κομψή, ερωτοχτυπημένη κι ανασφαλή ντίβα με τραυματισμένη φωνή, υπογραμμίζει την καταναλωτική απληστία της Τζάκι και την απογοήτευση του Ωνάση για το μοιραίο λάθος του να την παντρευτεί, ενώ περιγράφει με τα μελανότερα χρώματα τα παιδικά χρόνια των παιδιών τού μεγιστάνα.

* Το βιβλίο του «ταξιδεύει» τον αναγνώστη με τη θαλαμηγό «Χριστίνα», συντροφιά με αστέρες διεθνούς τζετ-σετ, από την Γκρέτα Γκάρμπο και τον Τζιάνι Ανιέλι ώς τον Ουίστον Τσόρτσιλ και τον βασιλιά Φαρούκ, προσφέροντας παράλληλα και μια γερή γεύση από τις απόπειρες του Ωνάση πότε να γητέψει τους Σαουδάραβες, πότε να ξεγλιστρήσει από την αμερικανική Δικαιοσύνη, πότε να δημιουργήσει ένα νέο Λας Βέγκας στην Αϊτή ή στο Μονακό.

* Στο κεφάλαιο που αφιερώνεται στην οικονομική βασιλεία του «Μεγάλου» στο μικροσκοπικό πριγκιπάτο, ο Φορεστιέ υποστηρίζει πως πριν παντρευτεί ο πρίγκιπας Ρενιέ την Γκρέις Κέλι, ο Ωνάσης είχε προσπαθήσει να του στήσει προξενιό με τη Μέριλιν Μονρόε. Ενώ σ' εκείνο που αναφέρεται στον μυστηριώδη θάνατο της Ευγενίας Νιάρχου, εμφανίζει τον μεγιστάνα σίγουρο -ας είναι καλά οι κοριοί των τηλεφωνικών συνομιλιών- ότι λίγα δευτερόλεπτα νωρίτερα η Ευγενία είχε πληροφορηθεί τη σχέση του συζύγου της με την αδελφή της. «Ενα μυστικό που ο Ωνάσης θα κρατήσει για τον εαυτό του»...

«Χωρίς ηθική, αλλά με ανθρωπιά»

Στο «Ο άνθρωπος που τα ήθελε όλα», ο έλληνας κροίσος εμφανίζεται ισχυρογνώμων και ακαταπόνητος, φρικτός και χαριτωμένος, παρορμητικός και γενναιόδωρος, καυστικός και ευέξαπτος, «χωρίς ηθική αλλά με ανθρωπιά». Είναι ικανός να τρώει πορτοκάλι λερώνοντας με τα ζουμιά του τα πιο κρίσιμα συμβόλαια, καπνίζει σαν φουγάρο και πίνει σαν σφουγγάρι, του αρέσει να επιδεικνύεται.

Η παροιμιώδης τόλμη του παρουσιάζει ενίοτε ρωγμές: υπάρχει πάντα μια πίσω πόρτα για να το σκάσει από τους επαίτες ή τους ανεπιθύμητους.

* Δύσκολα εντοπίζεται απ' τους βοηθούς του, «η μόνη πραγματική του πολυτέλεια είναι να βρίσκεται σε κίνηση». Κι όπως δεν διστάζει ν' απατά ή να καβγαδίζει σαν θηρίο με τις γυναίκες του, «διαπραγματεύεται με δικτάτορες, εκδικείται, και υποδέχεται καθάρματα που αργότερα θα τον εξυπηρετήσουν».

Το χειρότερο; «Δεν αναγνωρίζει ποτέ τα λάθη του. Είναι απεχθής και υπέροχος», καταλήγει ο Φορεστιέ. *

http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=92730

Τρίτη, 10 Ιανουαρίου 2012

Ρένα Βλαχοπούλου (1923 – 2004)

Πηγή: sansimera.gr

Ανεπανάληπτη κωμικός, ταλαντούχα σόουγουμαν και εξαιρετική τραγουδίστρια. Γεννήθηκε το 1923 στην Κέρκυρα και σπούδασε στο Ωδείο του Δραματικού Συλλόγου της γένετειράς της, όπου έκανε και τις πρώτες της εμφανίσεις. Ανήλικη ακόμη, σε ηλικία δεκαέξι ετών, πρωτοδούλεψε ως επαγγελματίας σε ζαχαροπλαστείο στη Σπιανάδα. Εκεί, το καλοκαίρι του 1938 γνώρισε τον πρώτο άντρα της ζωής της, τον ποδοσφαιριστή της ΑΕΚ Κώστα Βασιλείου, με τον οποίο παντρεύτηκε το καλοκαίρι της επόμενης χρονιάς, παρουσία λίγων φίλων.

Το 1939 κατέβηκε στην Αθήνα. Τα πρώτα της καλλιτεχνικά βήματα τα έκανε σε καφενεία και αναψυκτήρια, όπου την ανακάλυψε ο Μίμης Τραϊφόρος και την παρουσίασε ως νέο ταλέντο σ’ ένα πρόγραμμα βαριετέ που είχε ανεβάσει στο κέντρο «Όαση» του Ζαππείου. Το πρώτο τραγούδι που είπε ήταν το «Μικρή χωριατοπούλα» του Πολ Μενεστρέλ, το οποίο διασκευάστηκε αργότερα στο πασίγνωστο «Κορόιδο Μουσολίνι», από τον Γιώργο Οικονομίδη. Στην παράσταση αυτή την άκουσε ο Μακέδος και λίγο αργότερα την προώθησε στο σανίδι και συγκεκριμένα στο θέατρο «Μοντεάλ» της οδού Πανεπιστημίου, όπου έπαιξε με τις αδελφές Καλουτά και τραγούδησε ντουέτο με τη Σοφία Βέμπο.

Το χειμώνας του 1940 η Ρένα Βλαχοπούλου έχασε και τους δύο γονείς της, κατά το βομβαρδισμό της Κέρκυρας από τους Ιταλούς. Μεσούσης της Κατοχής, το 1942, παντρεύτηκε για δεύτερη φορά με τον Γιάννη Κωστόπουλο, γόνο καλής οικογένειας των Αθηνών. Τότε γνώρισε και τον μεγάλο πιανίστα της τζαζ Γιάννη Σπάρτακο, με τον οποίο συνεργάστηκε στο «Πάνθεον». Η συνεργασία αυτή έφερε και την επιτυχία «Θα σε πάρω να φύγουμε», που πρωτοτραγούδησε το καλοκαίρι του ’44, στην επιθεώρηση «Well come» των Αλέκου Σακελάριου και Δημήτρη Ευαγγελίδη, στο θέατρο «Κυβέλη».

Το 1946 έδωσε τέλος στο δεύτερο γάμο της κι ενώ είχε ήδη αναδειχθεί σε «βασίλισσα της τζαζ», δέχθηκε ν’ ακολουθήσει τον Σπάρτακο σε περιοδεία, στην Κύπρο, την Τουρκία, την Αίγυπτο και την Αμερική. Η πολυγλωσσία της -αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, ιταλικά- και η πολύ καλή προφορά της ήταν τα μεγάλα της πλεονεκτήματα.

Το καλοκαίρι του 1951 επέστρεψε στην Αθήνα, κάνοντας την πρώτη της επανεμφάνιση στο θέατρο «Σαμαρτζή», στην παράσταση «Φεστιβάλ στην Αθήνα», πλάι στους Άννα και Μαρία Καλουτά, Νίκο Σταυρίδη, Ορέστη Μακρή και Κούλη Στολίγκα. Το χειμώνα, κατόπιν πρόσκλησης τούρκου παραγωγού, συμμετείχε την ταινία «Ανατολίτικες νύχτες», στην οποία επανέλαβε το «Θα σε πάρω να φύγουμε» του Σπάρτακου. Η ταινία αυτή δεν προβλήθηκε ποτέ στην Ελλάδα.

Η Ρένα Βλαχοπούλου δεν είχε εμφανιστεί ακόμη στο θέατρο ως ηθοποιός. Το 1952 ο Βασίλης Μπουρνέλης, ένας από τους μεγαλύτερους επιχειρηματίες του μουσικού θεάτρου της δεκαετίας του ’50, την κάλεσε να τραγουδήσει ένα ντουέτο με την Μπελίντα στην επιθεωρήση «Βασίλισσα της νύχτας» στο θέατρο «Ακροπόλ». Ακολούθησαν οι επιθεωρήσεις «Να τι θα πει Αθήνα», «Πουλιά στον αέρα», «Κι ο μήνας έχει εννιά».

Το καλοκαίρι του 1954 πήρε για πρώτη φορά θεατρικό ρόλο, στην επιθεώρηση «Σουσουράδα», δίπλα στον Νίκο Σταυρίδη, με το νούμερο «Άλα πασά μου, κάνε μου τέτοια». Η πρόταση ήταν της Σοφίας Βέμπο. Τα κείμενα υπέγραφαν οι Μίμης Τραϊφόρος και Γιώργος Γιαννακόπουλος, τη μουσική ο Μενέλαος Θεοφανίδης και τη χορογραφία ο Γιάννης Φλερύ και η Αλίκη Βέμπο.

Το 1956 έκανε το κινηματογραφικό της ντεμπούτο, παίζοντας δίπλα στον Νίκο Ρίζο και τον Στέφανο Στρατηγό, στην πρώτη έγχρωμη ελληνική ταινία «Πρωτευουσιάνικες περιπέτειες» του Γιάννη Πετροπουλάκη.

Ορόσημο για την καριέρα της υπήρξε το 1962, όταν η συμμετοχή της στην «Οδό Ονείρων» του Μάνου Χατζιδάκι, στο θέατρο «Μετροπόλιταν», έγινε αφορμή να την προσέξει ο Γιάννης Δαλιανίδης και να την κάνει πρωταγωνίστρια του μιούζικαλ «Μερικοί το προτιμούν κρύο» (1963). Μάλιστα ο ίδιος ο Φίνος, όταν την άκουσε να τραγουδά, φέρεται να της πρότεινε να υπογράψει ισόβιο συμβόλαιο με την εταιρεία του, με την οποία γύρισε μερικές από τις μεγαλύτερες επιτυχίες του ελληνικού κινηματογράφου.

Ορισμένες από τις ταινίες της Ρένας Βλαχοπούλου που ξεχωρίζουν: «Κάτι να καίει» (1963), «Ένα κορίτσι για δύο» (1963), «Η χαρτοπαίχτρα» (1964), «Κορίτσια για φίλημα» (1965), «Φωνάζει ο κλέφτη»ς (1965), «Η βουλευτίνα» (1966), «Ραντεβού στον αέρα» (1966), «Βίβα Ρένα» (1967), «Η ζηλιάρα» (1968), «Η Παριζιάνα» (1969), «Η θεία μου η χίπισσα» (1970), «Μια τρελλή, τρελλή σαραντάρα» (1970), «Ζητείται επειγόντως γαμπρό»ς (1971), «Μια Ελληνίδα στο χαρέμι» (1971), «Η Ρένα είναι οφσάιντ» (1972), «Η Κόμισσα της Κέρκυρας» (1972).

Παράλληλα με την κινηματογραφική της καριέρα, συνέχισε τη σταδιοδρομία της στο θέατρο και στο τραγούδι. Το 1959 εμφανίστηκε στο Α’ Φεστιβάλ Τραγουδιού του Εθνικού Ιδρύματος Ραδιοφωνίας, μ’ ένα τραγούδι του Κώστα Καπνίση και του Θάνου Σοφού, το «Είσαι η άνοιξη κι είμαι ο χειμώνας». Την επόμενη χρονιά, τραγούδησε ντουέτο με τον Γιάννη Βογιατζή το «Πρώτο χελιδόνι». Με την αυγή της δεκαετίας του ’60, είχε μοιραστεί στα τρία: τα πρωινά ηχογραφήσεις και συνεργασίες με το ΕΙΡ (τραγούδια των Χατζιδάκι, Πλέσσα, Μουζάκη, Μωράκη, Αττίκ, Σπάθη, Ιακωβίδη, Κατσαρού), το βράδυ θέατρο και μετά την παράσταση, εμφανίσεις σε νυχτερινά κέντρα.

Το καλοκαίρι του 1966 συγκρότησε θίασο με τον Γιώργο Κωνσταντίνου και το Γιάννη Βογιατζή, ενώ το καλοκαίρι του 1967 ηγήθηκε του θιάσου Βλαχοπούλου - Κωνσταντίνου - Σαπουντζάκη, που ανέβασε τη «Λουλουδιασμένη Αθήνα». Την ίδια χρονιά έκανε και τον τρίτο γάμο της, με τον επιχειρηματία Γιώργο Λαφαζάνη.

Το 1976 ξεκίνησε καριέρα και στην τηλεόραση, πρωταγωνιστώντας στην τηλεοπτική σειρά του Αλέκου Σακελάριου «Μια Αθηναία στην Αθήνα», ενώ τελευταίες εμφανίσεις της στη μικρή οθόνη ήταν οι «Μάμα Μία» και «Μάλιστα Κύριε».

Το 1995 βραβεύτηκε με το Αναμνηστικό Μετάλλιο Δημήτρη Ψαθά για την ερμηνεία της στη «Χαρτοπαίχτρα» του Ψαθά, στο θέατρο Μπρόντγουεϊ, ενώ το 2003 τιμήθηκε με το Χρυσό Σταυρό του Φοίνικος από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, Κωνσταντίνο Στεφανόπουλο.

Πέθανε στις 29 Ιουλίου του 2004.

http://www.sansimera.gr/biographies/116

Πέμπτη, 5 Ιανουαρίου 2012

Λουτσιάνο Παβαρότι (1935 – 2007)

Πηγή: sansimera.gr

Ένας από τους σπουδαιότερους τενόρους της εποχής του, ο οποίος με τον πληθωρικό χαρακτήρα του και τα φωνητικά του προσόντα έφερε την όπερα κοντά στο ευρύτερο κοινό. Γεννήθηκε στη Μόντενα της Ιταλίας στις 12 Οκτωβρίου 1935. «Τι ψηλή φωνή! Θα γίνει σίγουρα τενόρος» λέγεται ότι αναφώνησε ο μαιευτήρας της μητέρας του Αντέλε, αντικρίζοντας το νεογέννητο αγοράκι.

Ο μικρός Λουτσιάνο τραγούδησε για πρώτη φορά σε μία χορωδία, μαζί με τον πατέρα του Φερνάντο, που ήταν λάτρης της όπερας και ερασιτέχνης τραγουδιστής ο ίδιος. Η απόφαση του να ασχοληθεί με τη μουσική επαγγελματικά ήρθε έπειτα από μία διεθνή διάκριση της Χορωδίας Ροσίνι της Μόντενα.

Το επαγγελματικό ντεμπούτο του Παβαρότι ήταν στις 29 Απριλίου 1961, σε έναν από τους σπουδαίους ρόλους για τενόρο, εκείνο του Ροντόλφο στην όπερα του Πουτσίνι La Boheme. Την ίδια χρονιά κέρδισε στο διεθνή μουσικό διαγωνισμό «Achille Peri». Σύντομα ο χαρισματικός καλλιτέχνης έγινε διάσημος στην Ιταλία.

Ακολούθησαν εμφανίσεις του στις μεγαλύτερες ευρωπαϊκές σκηνές, στο Άμστερνταμ, τη Βιέννη, τη Ζυρίχη και το Λονδίνο. Το 1965 έκανε το πρώτο άνοιγμά του στην άλλη άκρη του Ατλαντικού, όπου έκτοτε έκανε ορισμένες από τις πιο αξιομνημόνευτες εμφανίσεις του και τιμήθηκε, μεταξύ άλλων, με πέντε βραβεία Γκράμι.

Ο Παβαρότι βοήθησε να ενδιαφερθεί το ευρύ κοινό για την όπερα και εμφανίστηκε σε μερικά από τα μεγαλύτερα στάδια του κόσμου μπροστά σε δεκάδες χιλιάδες θεατές. Σε μία από τις μεγαλύτερες στιγμές του, το 1990 εμφανίστηκε μαζί με τους ισπανούς σταρ της όπερας Πλάθιντο Ντομίνγκο και Χοσε Καρέρας ενώπιον 800 εκατομμυρίων τηλεθεατών, σε μία συναυλία στα Λουτρά του Καρακάλα στη Ρώμη, στο πλαίσιο του Παγκοσμίου Κυπέλλου Ποδοσφαίρου της Ιταλίας.

Αμέσως μετά, οι πωλήσεις των δίσκων όπερας εκτινάχθηκαν στα ύψη και η άρια «Nessun Dorma» της όπερας Turandot του Πουτσίνι συνδέθηκε με τον ποδοσφαιρικό πυρετό όσο και τα συνθήματα της εξέδρας. Ο δίσκος με τα «κλασσικά του Παβαρότι» έγινε ο πρώτος δίσκος κλασσικής μουσικής που έφτασε στο Νο 1 των βρετανικών τσαρτ.

Το 1992 έγινε για πρώτη φορά η καθιερωμένη ετήσια συναυλία Pavarotti and Friends, στη λογική της σύμπραξης του περίφημου τενόρου με διάσημους ερμηνευτές της ποπ και ροκ σκηνής, στοχεύοντας στη συγκέντρωση χρημάτων για ανθρωπιστικούς λόγους.

Ο Παβαρότι έγινε ιδιαίτερα γνωστός στο ευρύ κοινό από τη συμμετοχή του στους «Τρεις Τενόρους», από κοινού με τους Χοσέ Καρέρας και Πλάθιντο Ντομίνγκο. Η τελευταία του εμφάνιση στη σκηνή ήταν στην τελετή έναρξης των Χειμερινών Ολυμπιακών Αγώνων στο Τορίνο τον Φεβρουάριο του 2006.

Το 1996 το περιοδικό Forbes τον κατέταξε στην 28η θέση των πιο υψηλά αμειβόμενων καλλιτεχνών, υπολογίζοντας τα ετήσια έσοδά του στα 25 εκατομμύρια δολάρια και την προσωπική του περιουσία στο δεκαπλάσιο. Είχε παντρευτεί δύο φορές και είχε αποκτήσει τέσσερα παιδιά. «Τα είχα όλα στη ζωή μου, πραγματικά όλα, αλλά ακόμη και αν τα έχανα όλα, με το Θεό είμαστε πάτσι», είχε πει σε μία από τις τελευταίες συνεντεύξεις του.

Πέθανε στις 6 Σεπτεμβρίου του 2007, έπειτα από μακρόχρονη μάχη με τον καρκίνο.

http://www.sansimera.gr/biographies/283

Τετάρτη, 4 Ιανουαρίου 2012

Όντρει Χέπμπορν (Audrey Hepburn)

Πηγή: ishow.gr

Η Όντρεϊ Χέπμπορν (4 Μαΐου 1929 – 20 Ιανουαρίου 1993) ήταν ηθοποιός αγγλικής και ολλανδικής καταγωγής, μια από τις πλέον φημισμένες παγκοσμίως τον 20ό αιώνα. Βραβευμένη με Όσκαρ και βραβείο Τόνυ, εμφανίστηκε σε πολυάριθμες παραγωγές του θεάτρου, του κινηματογράφου και σε παραστάσεις του Μπρόντγουεϊ. Το 1999 κατετάγη στην τρίτη θέση της λίστας των μεγαλύτερων γυναικών σταρ όλων των εποχών από το Αμερικανικό Ινστιτούτο Κινηματογράφου. Επίσης αποτέλεσε για πολλά χρόνια σύμβολο της μόδας, καθώς το στιλ της ήταν παροιμιώδους κομψότητας, ενώ αφιέρωσε τα τελευταία χρόνια της ζωής της σε ανθρωπιστικά έργα. Από το 1986 μέχρι και το θάνατό της υπηρέτησε ως Πρέσβειρα Καλής Θελήσεως της UNICEF και τιμήθηκε με το Προεδρικό Μετάλλιο της Ελευθερίας για το έργο της.

Τα Πρώτα Χρόνια

Γεννημένη ως Όντρεϊ Καθλήν Ράστον σε έναν δήμο των Βρυξελλών του Βελγίου, ήταν το μοναδικό παιδί του Ιρλανδού τραπεζίτη Τζόζεφ Βίκτορ Άντονι Ράστον από τη δεύτερη σύζυγό του, την πρώην Βαρόνη Έλλα βαν Χέεμστρα, μια Ολλανδέζα αριστοκράτισσα που ήταν κόρη ενός πρώην κυβερνήτη της Ολλανδικής Γουιάνα. Ο πατέρας της αργότερα προσέθεσε το επώνυμο της γιαγιάς του από την πλευρά της μητέρας του, της Καθλήν Χέπμπορν, στο οικογενειακό επώνυμο. Οπότε το επώνυμο της Όντρεϊ έγινε Χέπμπορν – Ράστον. Είχε δύο ετεροθαλείς αδερφούς από τον πρώτο γάμο της μητέρας της με έναν Ολλανδό ευγενή. Ήταν απόγονος του Βασιλιά Εδουάρδου Γ' της Αγγλίας και του Σκωτζέζου βασιλικού συζύγου Τζέημς Χέπμπορν, 4ου κόμη του Μπόθγουελ, από τον οποίο ίσως να καταγόταν και η ηθοποιός Κάθριν Χέπμπορν.

Το γεγονός ότι ο πατέρας της εργαζόταν σε μια βρετανική ασφαλιστική εταιρία σήμαινε πως η οικογένεια θα έπρεπε να μετακομίζει ανάμεσα στις Βρυξέλλες, την Αγγλία και την Ολλανδία. Από το 1935 μέχρι το 1938 η Χέπμπορν φοίτησε σε μια ιδιωτική ακαδημία για κορίτσια στο Κεντ. Το 1935 οι γονείς της πήραν διαζύγιο και ο πατέρας της, που πρόσκειτο στους Ναζί, άφησε την οικογένεια (και οι δύο γονείς ήταν μέλη της Βρετανικής Φασιστικής Ενώσεως στα μέσα της δεκαετίας του 30 σύμφωνα με τη Γιούνιτι Μίτφορντ, φίλη της Έλλα και οπαδού του Αδόλφου Χίτλερ). Χρόνια μετά η ηθοποιός ανέφερε αυτήν την περίοδο ως την πιο τραυματική της ζωής της. Αργότερα εντόπισε τον πατέρα της στο Δουβλίνο διαμέσου του Ερυθρού Σταυρού. Διατήρησε επαφή μαζί του και τον υποστήριζε οικονομικά μέχρι και το θάνατό του. Το 1939 η μητέρα της πήρε την απόφαση να μετακομίσει μαζί με τα παιδιά της στο σπίτι του παππού τους στο Άρνεμ της Ολλανδίας. Η Έλλα πίστευε πως η Ολλανδία ήταν ασφαλής από γερμανική εισβολή. Η Χέπμπορν φοίτησε στο Κονσερβατόριο του Άρνεμ από το 1939 μέχρι και το 1945 όπου και μυήθηκε στο μπαλέτο μαζί με τα καθημερινά της μαθήματα.

Το 1940 οι Γερμανοί εισέβαλαν στην Ολλανδία. Κατά τη διάρκεια του πολέμου η Χέπμπορν υιοθέτησε το ψεύτικο όνομα Ίντα βαν Χέεμστρα, αλλάζοντας τα έγγραφα της μητέρας της γιατί ένα όνομα που ακουγόταν έντονα αγγλικό θεωρήθηκε επικίνδυνο. Αυτό δεν ήταν ποτέ επίσημο νομικά όνομά της. Πρόκειται για απλή παράφραση του ονόματος της μητέρας της.

Μέχρι το 1944 η Χέπμπορν είχε εξελιχθεί σε πολύ καλή μπαλαρίνα. Μυστικά χόρευε σε συγκεντρώσεις για να μαζέψει χρήματα για την ολλανδική αντίσταση. Αργότερα δήλωσε πως «το καλύτερο κοινό που είχα ποτέ δεν έκανε τον παραμικρό ήχο στο τέλος της παράστασής μου».

Μετά την Απόβαση των Συμμαχικών Δυνάμεων στη Νορμανδία η κατάσταση δυσκόλεψε στη γερμανοκρατούμενη Ολλανδία. Κατά τη διάρκεια του λιμού το χειμώνα του 1944 οι Γερμανοί κρατούσαν την περιορισμένη τροφή και καύσιμη ύλη των Ολλανδών για τις δικές τους ανάγκες. Χωρίς θέρμανση στα σπίτια τους ούτε φαγητό, οι άνθρωποι πέθαιναν από την πείνα και το κρύο στους δρόμους. Η Χέπμπορν όπως και αρκετοί άλλοι αναγκάζονταν να φτιάχνουν αλεύρι από βολβούς τουλίπας για να φτιάξουν πίτες και μπισκότα. Το Άρνεμ καταστράφηκε κατά τη διάρκεια αεροπορικών επιδρομών. Ο θείος και ο ξάδερφος της μητέρας της Χέπμπορν εκτελέστηκαν μπροστά της γιατί έλαβαν μέρος στην Αντίσταση. Ο ετεροθαλής αδερφός της Ίαν πέρασε κάποιο διάστημα σε γερμανικό στρατόπεδο εργασίας. Υποφέροντας από υποσιτισμό, η Χέπμπορν ανέπτυξε οξεία αναιμία, αναπνευστικά προβλήματα και οίδημα.

Το 1991 η Χέπμπορν είπε: «Έχω αναμνήσεις. Περισσότερες από μία φορές βρέθηκα στο σταθμό βλέποντας τρένα γεμάτα Εβραίους που μεταφέρονταν, βλέποντας όλα αυτά τα πρόσωπα από την κορυφή του βαγονιού. Θυμάμαι πολύ έντονα, ένα μικρό αγόρι να στέκεται με τους γονείς του στην αποβάθρα, πολύ χλωμό, πολύ ξανθό, να φορά ένα παλτό πολύ μεγάλο για εκείνο, και μπήκε στο τρένο. Ήμουν ένα παιδί που παρατηρούσε ένα παιδί».

Η Χέπμπορν είχε επίσης πολλές ομοιότητες με την Άννα Φρανκ. «Είχα ακριβώς την ίδια ηλικία με την Άννα Φρανκ. Ήμαστε και οι δύο δέκα ετών όταν ξέσπασε ο πόλεμος και δεκαπέντε όταν έλαβε τέλος. Μου δόθηκε το βιβλίο στα Ολλανδικά, το 1946 από ένα φίλο – και με καταρράκωσε. Το κάνει σε πολλούς ανθρώπους όταν το διαβάζουν για πρώτη φορά αλλά εγώ δεν το διάβαζα σαν βιβλίο, σαν τυπωμένες σελίδες. Αυτή ήταν η ζωή μου. Δεν γνώριζα τι επρόκειτο να διαβάσω. Ποτέ δεν ήμουν η ίδια ξανά, με επηρέασε πολύ βαθιά».

«Είδαμε αντίποινα. Είδαμε νέους άντρες να τοποθετούνται μπροστά σε έναν τοίχο και να πυροβολούνται και έκλειναν το δρόμο και μετά τον άνοιγαν και μπορούσες να περάσεις και πάλι. Αν διαβάσεις το ημερολόγιο, σημείωσα ένα κομμάτι όπου γράφει «Πέντε όμηροι εκτελέστηκαν σήμερα». Ήταν η μέρα που εκτέλεσαν το θείο μου. Και στα λόγια αυτού του παιδιού διάβαζα αυτό που ήταν μέσα μου και ακόμη είναι εκεί. Ήταν μια κάθαρση για μένα. Αυτό το παιδί, το κλειδωμένο σε τέσσερις τοίχους, έγραψε μια πλήρη περιγραφή όσων έζησα και ένιωσα».

Εκείνη η εποχή δεν αποτελούταν μονάχα από μελανά σημεία και μπόρεσε να χαρεί και κομμάτι από την παιδική της ηλικία. Φτιάχνοντας και πάλι παραλληλισμούς με την Άννα Φρανκ η Χέπμπορν είπε: «Αυτό το πνεύμα επιβίωσης είναι τόσο δυνατό στα λόγια της Άννας Φρανκ. Σε μια στιγμή γράφει «Έχω πέσει σε μεγάλη κατάθλιψη». Την επόμενη πως θα ήθελε να καβαλήσει ένα ποδήλατο. Είναι σίγουρα σύμβολο του παιδιού σε πολύ δύσκολες περιστάσεις, που είναι αυτό στο οποίο αφιερώνω όλο μου το χρόνο. Υπερβαίνει το θάνατό της».

Μέρος του χρόνου της η Όντρεϊ το περνούσε ζωγραφίζοντας. Κάποια από τα σχέδιά της μπορεί να τα δει κανείς μέχρι τις μέρες μας.

Όταν η χώρα ελευθερώθηκε από τις Συμμαχικές Δυνάμεις ακολούθησαν τα καμιόνια της Διαχείρισης Ανακούφισης και Αναμόρφωσης των Ηνωμένων Εθνών. Η Χέπμπορν είπε σε μια σε μια συνέντευξη πως ήπιε ένα ολόκληρο τενεκεδάκι συμπυκνωμένου γάλατος και κατόπιν αρρώστησε από τα πρώτα της γεύματα γιατί έβαλε στο πιάτο της υπερβολικά πολλή ζάχαρη. Αυτές οι εμπειρίες την οδήγησαν στο να συμμετέχει στο έργο της UNICEF αργότερα στη ζωή της.

Η Αρχή της Καριέρας της

Το 1945 μετά τον πόλεμο η Χέπμπορν άφησε το Κονσερβατόριο του Άρνεμ και μετακόμισε στο Άμστερνταμ όπου παρακολούθησε μαθήματα μπαλέτου με τη Σόνια Γκάσκελ. Το 1948 η Χέπμπορν πήγε στο Λονδίνο και παρακολούθησε μαθήματα με την αναγνωρισμένη Μαρί Ράμπερτ. Η Χέπμπορν τελικά ρώτησε τη Ράμπερτ σχετικά με το μέλλον της. Εκείνη τη διαβεβαίωσε πως αν εξακολουθούσε να δουλεύει σκληρά εκεί θα είχε μια θαυμάσια καριέρα, αλλά εξαιτίας του ύψους της και της κακής διατροφής της κατά τη διάρκεια του πολέμου δεν θα κατάφερνε να γίνει πρίμα μπαλαρίνα. Η Χέπμπορν εμπιστεύτηκε την κρίση της δασκάλας της και αποφάσισε να γίνει ηθοποιός, μια καριέρα στην οποία είχε τουλάχιστον μια ευκαιρία να πετύχει. Αφού η Χέπμπορν έγινε διάσημη, η Ράμπερτ είπε σε μια συνέντευξη πως «ήταν θαυμάσια μαθήτρια. Αν είχε θελήσει να αντέξει στο χώρο, θα γινόταν εξαιρετική μπαλαρίνα». Δυστυχώς η μητέρα της Χέπμπορν εργαζόταν σαν υπηρέτρια για να στηρίζει την οικογένειά της. Η Χέπμπορν είχε ανάγκη τα χρήματα και έπρεπε να βρει δουλειά με απολαβές. Αφού όλη της τη ζωή είχε εκπαιδευτεί στο χώρο του θεάματος, η υποκριτική έμοιαζε το επόμενο λογικό βήμα. Είπε «χρειαζόμουν τα χρήματα. Με πλήρωναν τρεις λίρες παραπάνω σε σχέση με τις δουλειές μπαλέτου».

Η καριέρα της ως ηθοποιού ξεκίνησε με την εκπαιδευτική ταινία: «Dutch in Seven Lessons» (Ολλανδικά σε επτά μαθήματα). Έπειτα εμφανίστηκε σε μουσικές παραστάσεις όπως το «High Button Shoes» και «Sauce Piquante». Ο πρώτος της ρόλος στον κινηματογράφο ήταν στη βρετανική ταινία «One Wild Oat» όπου και υποδύθηκε μια ρεσεψιονίστ. Έπαιξε αρκετούς μικρούς ρόλους στις ταινίες «Young Wives’ Tale», «Laughter in Paradise», «The Lavender Hill Mob» και «Monte Carlo Baby». Κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων του «Monte Carlo Baby» η Χέπμπορν επιλέχτηκε να παίξει πρωταγωνιστικό ρόλο στο έργο του Μπρόντγουεϊ με τίτλο «Gigi» που έκανε πρεμιέρα στις 24 Νοεμβρίου 1951 στο Θέατρο Φούλτον και διήρκεσε για 219 παραστάσεις. Η συγγραφέας Σιντονί – Γκαμπριέλ Κολέτ την πρώτη στιγμή που την είδε αναφώνησε: «voilà! Να η Gigi μας!». Κέρδισε ένα Βραβείο Theatre World για το ντεμπούτο της που παιζόταν με επιτυχία για έξι μήνες.

Η πρώτη αξιοπρόσεκτη εμφάνισή τη στον κινηματογράφο ήταν το 1952 στην ταινία «Secret People» όπου και υποδύθηκε μια σπουδαία μπαλαρίνα. Όπως ήταν φυσικό η Χέπμπορν έκανε η ίδια όλα τα χορευτικά που απαιτούνταν. Ο πρώτος της πρωταγωνιστικός ρόλος και μάλιστα σε Αμερικανική ταινία ήταν μαζί με τον Γκρέγκορι Πεκ στην ταινία «Διακοπές στη Ρώμη» (Roman Holiday). Οι παραγωγοί αρχικά ήθελαν την Ελίζαμπεθ Τέιλορ για το ρόλο, αλλά ο σκηνοθέτης Γουίλιαμ Γουάιλερ εντυπωσιάστηκε τόσο με το δοκιμαστικό της Χέπμπορν (η κάμερα συνέχισε να γράφει και το υλικό που δείχνει τη Χέπμπορν να απαντά ερωτήσεις, χωρίς να γνωρίζει πως η συνομιλία καταγραφόταν, δείχνει το ταλέντο της), και την επέλεξε για τον πρωταγωνιστικό ρόλο. Ο Γουάιλερ είπε, «Είχε όλα όσα έψαχνα: γοητεία, αθωότητα και ταλέντο. Ήταν επίσης πολύ αστεία. Ήταν απολύτως μαγευτική, και είπαμε, “Αυτό είναι το κορίτσι!”».

Η ταινία επρόκειτο να έχει το όνομα του Γκρέγκορι Πεκ πάνω από τον τίτλο με μεγάλα γράμματα, αναγράφοντας «παρουσιάζοντας την Όντρει Χέπμπορν» από κάτω. Όταν τα γυρίσματα ολοκληρώθηκαν, ο Πεκ κάλεσε τον ατζέντη του και, προβλέποντας σωστά πως η Χέπμπορν θα κέρδιζε το Όσκαρ Α’ Γυναικείου Ρόλου, για να αλλαχτεί η συμφωνία και να γραφτεί το όνομα της ηθοποιού επίσης πάνω από τον τίτλο και σε ίδια γραμματοσειρά με τη δική του. Η Χέπμπορν και ο Πεκ έγιναν φίλοι κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων, και φήμες τους ήθελαν να αναπτύσσουν ειδύλλιο. Και οι δύο το αρνήθηκαν. Η Χέπμπορν, ωστόσο, προσέθεσε, «για να πούμε την αλήθεια, πρέπει να είσαι και λίγο ερωτευμένη με το συμπρωταγωνιστή σου, και το αντίστροφο. Αν πρόκειται να απεικονίσεις την αγάπη, πρέπει να την αισθάνεσαι. Δεν μπορείς να το κάνεις με άλλο τρόπο. Μα δεν το μεταφέρεις εκτός πλατό». Εξαιτίας της άμεσης δημοσιότητας που της έφερε η ταινία «Roman Holiday», η εικόνα της Χέπμπορν τοποθετήθηκε στο εξώφυλλο για τις 7 Σεπτεμβρίου 1953 του περιοδικού TIME.

Η ερμηνεία της Χέπμπορν δέχτηκε πολύ καλές κριτικές. Ο Α.Χ. Γουέιλερ τόνισε στους New York Times, «Παρόλο που δεν είναι ακριβώς πρωτοεμφανιζόμενη στις ταινίες, η Όντρει Χέπμπορν, η Βρετανίδα ηθοποιός που πρωταγωνίστησε για πρώτη φορά με τον ρόλο της Πριγκίπισσας Άννας, έχει μια λεπτή και ποθητή ομορφιά ξωτικού, εναλλασσόμενα βασιλική και παιδική ενώ εκτιμά βαθιά τις καινούριες και απλές απολαύσεις και την αγάπη. Παρόλο που χαμογελά με θάρρος αναγνωρίζοντας το τέλος αυτής της σχέσης, παραμένει μια μοναχική φιγούρα άξια οίκτου που αντιμετωπίζει ένα ζοφερό μέλλον». Η Χέπμπορν αργότερα δήλωσε πως το «Roman Holiday» υπήρξε η αγαπημένη της ταινία, γιατί ήταν αυτή που την έκανε σταρ.

Μετά από γυρίσματα τεσσάρων μηνών για την ταινία αυτή, η Χέπμπορν επέστρεψε στη Νέα Υόρκη και για οχτώ μήνες έδινε παραστάσεις με το «Gigi». Το έργο ανέβηκε στο Λος Άντζελες και το Σαν Φρανσίσκο τον τελευταίο του μήνα. Στη Χέπμπορν δόθηκε ένα συμβόλαιο για επτά ταινίες με την Paramount με δώδεκα μήνες ανάμεσα στα γυρίσματα για τη δουλειά της στο σανίδι.

Τα Χρόνια της Δόξας

Μετά το «Διακοπές στη Ρώμη» εμφανίστηκε στην ταινία του Μπίλι Γουάιλντερ με τίτλο «Γλυκειά μου Σαμπρίνα» στο πλευρό των Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ και Γουίλιαμ Χόλντεν. Εστάλη στον σχεδιαστή υψηλής ραπτικής Ουμπέρ ντε Ζιβενσύ για να αποφασίσουν για τη γκαρνταρόμπα της. Όταν του ανακοίνωσαν πως «η δεσποινίς Χέπμπορν» επρόκειτο να τον επισκεφτεί, ο Ζιβενσύ περίμενε να δει την Κάθριν. Δεν απογοητεύτηκε με την Όντρει, ωστόσο, και έγιναν δια βίου φίλοι και συνεργάτες. Κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων για τη «Γλυκειά μου Σαμπρίνα», οι Χέπμπορν και Χόλντεν ερωτεύτηκαν και εκείνη τότε ήλπισε πως θα παντρευόταν και θα έκαναν παιδιά. Χάλασε όμως τη σχέση όταν ο Χόλντεν της αποκάλυψε πως είχε κάνει αγγειεκτομή.


Το 1954, η Όντρει επέστρεψε στο θέατρο για να υποδυθεί μια νύμφη του νερού στο έργο «Οντίν» στο πλάι του Μελ Φέρερ, τον οποίο και παντρεύτηκε αργότερα μες τη χρονιά. Κατά τη διάρκεια των παραστάσεων, η Χέπμπορν τιμήθηκε με τη Χρυσή Σφαίρα και το Βραβείο Όσκαρ για την ταινία «Διακοπές στη Ρώμη». Έξι εβδομάδες μετά το Όσκαρ, έλαβε το Βραβείο Τόνυ για την ερμηνεία της στο «Οντίν». Η Χέπμπορν είναι μια από τις μόλις τρεις ηθοποιούς που έλαβαν το Όσκαρ Α’ Γυναικείου Ρόλου και Τόνυ Καλύτερης Ηθοποιού την ίδια χρονιά (οι άλλες δύο είναι οι Σίρλεϋ Μπουθ και Έλλεν Μπέρστιν).

Στα μέσα της δεκαετίας του ’50, η Χέπμπορν δεν ήταν απλά μια από τις μεγαλύτερες σταρ του κινηματογράφου, αλλά και πρότυπο κομψότητας. Η αίσθηση του σικ που διέθετε θαυμάστηκε και αποτέλεσε αντικείμενο μίμησης ευρέως. Το 1955, βραβεύτηκε με τη Χρυσή Σφαίρα – World Film Favorite Female.

Αποτελώντας πλέον μια από τις δημοφιλέστερες ηθοποιούς, η Όντρει Χέπμπορν συμπρωταγωνίστησε με πολλούς μεγάλους άνδρες ηθοποιούς όπως ο Χάμφρει Μπόγκαρτ στη «Σαμπρίνα», ο Φρεντ Αστέρ στο «Αστείο Μουτράκι» (Funny Face), ο Μωρίς Σεβαλιέ και ο Γκάρι Κούπερ στο «Αριάν» (Love in the Afternoon), ο Τζωρτζ Πέπαρντ στο «Πρόγευμα στου Τίφαννυς» (Breakfast at Tiffany’s), ο Κάρι Γκραντ στο «Ραντεβού στο Παρίσι» (Charade), ο Ρεξ Χάρισον στο «Ωραία μου Κυρία» (My Fair Lady), ο Πήτερ Ο’ Τουλ στο «Πώς Να Κλέψετε Ένα Εκατομμύριο Δολλάρια» (How to Steal a Million) και ο Σων Κόννερυ στο «Το Ρόδο και το Βέλος» (Robin and Marian). Πολλοί από αυτούς τους άνδρες ήρθαν κοντά της. Ο Ρεξ Χάρισον αποκαλούσε την Όντρει αγαπημένη του παρτενέρ, ο Κάρι Γκραντ λάτρευε να την πειράζει και μάλιστα κάποτε είπε: «Το μόνο που θέλω για τα Χριστούγεννα είναι μια φωτογραφία ακόμη με την Όντρει Χέπμπορν». Ο Γκρέγκορι Πεκ έγινε δια βίου φίλος της. Μετά το θάνατό της, ο Πεκ με δάκρυα στα μάτια απήγγειλε μπροστά στην κάμερα το αγαπημένο της ποίημα, «Ατελείωτη Αγάπη» του Rabindranath Tagore. Μερικοί πιστεύουν ότι ο Μπόγκαρτ και η Χέπμπορν δεν τα πήγαιναν καλά, μα αυτό δεν είναι αλήθεια. Ο Μπόγκαρτ τα πήγαινε καλά μαζί της όσο κανείς άλλος στο πλατό. Αργότερα η Χέπμπορν είπε: «Καμιά φορά είναι οι λεγόμενοι “σκληροί άντρες” μου τελικά είναι οι πιο στοργικοί, όπως υπήρξε ο Μπόγκι μαζί μου».

Το «Αστείο Μουτράκι» (Funny Face) του 1957 ήταν μια από τις διασκεδαστικότερες ταινίες για τη Χέμπον γιατί χόρεψε μαζί με τον Φρεντ Αστέρ. Από την άλλη η ταινία του 1959 «Η Ιστορία μιας Μοναχής» (The Nun’s Story) ήταν μια από τις μεγαλύτερες προκλήσεις για εκείνη. Το Films in Review υποστήριξε πως, «η ερμηνεία της θα κάνει να σιωπήσουν για πάντα αυτά που την θεωρούν λιγότερο ηθοποιό και περισσότερο σύμβολο του σοφιστικέ παιδιού/γυναίκας. Η ερμηνεία της Αδερφής Λουκ είναι μια από τις μεγαλύτερες στη μεγάλη οθόνη».

Η Χόλλυ Γκολάιτλι της Χέπμπορν στην ταινία του 1961 «Πρόγευμα στου Τίφαννυς» (Breakfast at Tiffany’s) έγινε ένα χαρακτήρας σύμβολο του Αμερικανικού Σινεμά για τον 20ο αιώνα. Αποκάλεσε το ρόλο «τον πιο τζαζ της ζωής μου». Όταν ρωτήθηκε για την πρόκληση του ρόλου, απάντησε, «Είμαι εσωστρεφής. Το να υποδυθώ ένα εξωστρεφές κορίτσι ήταν το δυσκολότερο πράγμα που έκανα ποτέ». Στην ταινία φορούσε μοδάτα ρούχα που σχεδίασε η ίδια από κοινού με τον Ζιβενσύ και προσέθεσε ξανθιές ανταύγειες στα καστανά μαλλιά της, εμφάνιση που διατήρησε και εκτός οθόνης.

Η Χέπμπορν έτσι καθιερώθηκε σαν μια από τις δημοφιλέστερες σταρ του Χόλιγουντ. Η Μέρλιν Μονρόε δεν ήταν η μόνη που τραγούδησε "Happy Birthday, Mr. President" στον Πρόεδρο Τζον Κέννεντυ στα γενέθλιά του. Στα επόμενα (και τελευταία) γενέθλιά του στις 29 Μαΐου 1963, η Χέπμπορν, η αγαπημένη ηθοποιός του Προέδρου, του τραγούδησε "Happy Birthday, dear Jack".

Το 1963 η Χέπμπορν πρωταγωνίστησε στην ταινία «Charade», την πρώτη και τελευταία ταινία της με τον Κάρι Γκραντ, ο οποίος είχε στο παρελθόν αποσυρθεί από τους πρωταγωνιστικούς ρόλους των ταινιών «Διακοπές στη Ρώμη» και «Σαμπρίνα». Το 1964, η Χέπμπορν έπαιξε στην ταινία «Ωραία μου Κυρία» (My Fair Lady) που θεωρήθηκε για την εποχή η περισσότερο αναμενόμενη ταινία μετά το «Όσα παίρνει ο άνεμος». Η Χέπμπορν έλαβε το ρόλο της Ελίζα Ντούλιτλ αντί για την τότε άσημη Τζούλι Άντριους, που είχε υποδυθεί πρώτη το ρόλο στο Μπρόντγουεϊ. Η απόφαση αυτή πάρθηκε πριν την επιλογή της Χέπμπορν για το ρόλο. Η τελευταία αρχικά τον αρνήθηκε και πρότεινε στον Τζακ Γουόρνερ να τον δώσει στην Άντριους, αλλά όταν την ενημέρωσαν πως θα ήταν εκείνη ή η Ελίζαμπεθ Τέιλορ, που επίσης ήταν υποψήφια για το ρόλο, τον δέχτηκε. Σύμφωνα με ένα άρθρο στο περιοδικό Soundstage «όλοι συμφώνησαν πως αν δεν συμμετείχε η Τζούλι Άντριους στην ταινία, η Όντρει Χέπμπορν ήταν τέλεια επιλογή». Η Τζούλι Άντριους είχε να ολοκληρώσει την ταινία «Μαίρη Πόππινς», που κυκλοφόρησε την ίδια χρονιά με το «Ωραία μου Κυρία». Η Χέπμπορν ηχογράφησε τραγούδια για το ρόλο, αλλά τελικά ανακάλυψε πως μια επαγγελματίας τραγουδίστρια, η Μάρνι Νίξον ντούμπλαρε όλα της τα τραγούδια. Έφυγε από το πλατό μόλις έμαθε τα νέα, αλλά επέστρεψε νωρίς το επόμενο πρωί για να απολογηθεί για τη συμπεριφορά της. Υλικό από τα αρχικά φωνητικά της Χέπμπορν υπάρχει μέχρι τις μέρες μας και συμπεριλήφθηκε σε ντοκιμαντέρ και στο DVD της ταινίας, αν και μέχρι σήμερα, μόνο τα φωνητικά της Νίξον κυκλοφόρησαν σε δίσκο και CD. Κάποια από τα αρχικά της φωνητικά διατηρήθηκαν στην ταινία, όπως το «Just You Wait» και κομμάτια από το «I Could Have Danced All Night». Όταν ρωτήθηκε για το ντουμπλάρισμα μιας ηθοποιού με τόσο χαρακτηριστικό τόνο στη φωνή, η Χέπμπορν σκυθρώπιασε και είπε: «Φαινόταν, έτσι δεν είναι; Και μετά ήταν ο Ρεξ, που ηχογράφησε όλα του τραγούδια ενώ έπαιζε... την επόμενη φορά». Μετά δάγκωσε τα χείλη για να μην συνεχίσει. Πέρα από το θέμα αυτό, πολλοί κριτικοί συμφώνησαν πως η ερμηνεία της ήταν εξαίσια.

Οι αντιγνωμίες γύρω από την επιλογή της Χέπμπορν στο καστ έφτασαν στο απόγειό τους στην απονομή των Βραβείων Όσκαρ για την σεζόν 1964-65, οπότε και η Χέπμπορν δεν έλαβε υποψηφιότητα καλύτερης ηθοποιού, ενώ η Άντριους ναι. Τα μίντια προσπάθησαν να προβάλλουν αυτή την αντιπαλότητα καθώς πλησίαζε η τελετή, παρόλο που και οι δύο γυναίκες αρνήθηκαν πως διατηρούσαν άσχημα αισθήματα η μία για την άλλη. Τελικά η Άντριους κέρδισε το βραβείο.

Η ταινία «Δύο για το Δρόμο» (Two for the Road) ήταν μια καινοτόμος ταινία με θέμα το διαζύγιο. Ο σκηνοθέτης Στάνλεϊ Ντόνεν είπε πως η Χέπμπορν ήταν περισσότερο ελεύθερη και χαρούμενη από κάθε άλλη φορά, και το απέδωσε στον Άλμπερτ Φίννεϋ[26]. Η ταινία «Περίμενε μέχρι να Νυχτώσει» (Wait Until Dark) ήταν δύσκολη ταινία. Ήταν μια ταινία τρόμου όπου η Χέπμπορν υποδυόταν μια τυφλή γυναίκα την οποία και τρομοκρατούσαν. Επιπροσθέτως, παραγωγός ήταν ο Μελ Φέρρερ και τα γυρίσματα έγιναν ενώ το ζευγάρι έπαιρνε διαζύγιο. Η Χέπμπορν λέγεται πως έχασε πολλά κιλά λόγω άγχους. Από την άλλη, βρήκε το συμπρωταγωνιστή της Ρίτσαρντ Κρέννα πολύ αστείο, και γελούσε πολύ παρέα με το σκηνοθέτη Τέρενς Γιανγκ. Η ερμηνεία της προτάθηκε για Όσκαρ.

Από το 1967 και μετά, έπειτα από δεκαπέντε ιδιαίτερα επιτυχημένα χρόνια στον κινηματογράφο, η Χέπμπορν έπαιζε μόνο περιστασιακά. Μετά το διαζύγιό της από τον Φέρρερ παντρεύτηκε τον Ιταλό ψυχίατρο Δρ. Αντρέα Ντόττι και απέκτησε ένα δεύτερο γιο μετά από μια δύσκολη εγκυμοσύνη που απαίτησε σχεδόν συνεχή παραμονή στο κρεβάτι. Μετά το χωρισμό της με τον Ντόττι, αποπειράθηκε μια επιστροφή, συμπρωταγωνιστώντας με τον Σων Κόνερρυ στην ταινία εποχής «Το Ρόδο και το Βέλος» (Robin and Marian) το 1976, που είχε σχετική επιτυχία. Ειπώθηκε πως απέρριψε ένα ρόλο κομμένο και ραμμένο στα μέτρα της μιας πρώην μπαλαρίνας στην ταινία «The Turning Point». Τελικά ο ρόλος δόθηκε στη Σίρλεϋ ΜακΛέιν. Η Χέπμπορν επέστρεψε τελικά στο σινεμά το 1979, πρωταγωνιστώντας στο «Γραμμή Αίματος» (Bloodline) του Σίντνεϋ Σέλντον. Ο συγγραφέας διασκεύασε το μυθιστόρημά του όταν επρόκειτο να μεταφερθεί στον κινηματογράφο, κάνοντας το χαρακτήρα της μεγαλύτερο σε ηλικία για να ταιριάζει στη δική της. Η ταινία στέφθηκε με αποτυχία τόσο στο box office όσο και στις κριτικές.

Ο τελευταίος πρωταγωνιστικός ρόλος της Χέπμπορν σε κινηματογραφική ταινία ήταν με τον Μπεν Γκαζάρα στην κωμωδία «They All Laughed», σε σκηνοθεσία Πήτερ Μπογκντάνοβιτς. Η ταινία επισκιάστηκε από τη δολοφονία ενός από τα αστέρια που συμμετείχαν, της φίλης του Μπογκντάνοβιτς, Ντόροθυ Στράττεν. Κυκλοφόρησε μετά το θάνατο της τελευταίας μα σε περιορισμένες προβολές. Το 1987, εμφανίστηκε με τον Ρόμπερτ Βάγκνερ σε μια τηλεταινία, «Love Among Thieves» που δανειζόταν στοιχεία από παλαιότερες ταινίες της ηθοποιού. Η τηλεταινία ήταν μέτρια επιτυχημένη, ενώ η Χέπμπορν είπε πως συμμετείχε απλώς για την προσωπική της ευχαρίστηση.

Η τελευταία εμφάνιση της Χέπμπορν, ένα καμεό πέρασμα, ήταν ένας άγγελος στην ταινία του Στίβεν Σπίλμπεργκ «Always» το 1988. Τους τελευταίους μήνες της ζωής της, η Χέπμπορν ολοκλήρωσε δύο σχέδια: παρουσίασε ένα ντοκιμαντέρ με τίτλο «Gardens of the World with Audrey Hepburn», που έκανε πρεμιέρα στο κανάλι PBS τη μέρα του θανάτου της, και ηχογράφησε ένα άλμπουμ αφήγησης, το «Audrey Hepburn's Enchanted Tales», με αναγνώσεις κλασικών ιστοριών για παιδιά, με το οποίο κέρδισε μετά θάνατον το Βραβείο Γκράμι για το Καλύτερο Αφηγηματικό Άλμπουμ για Παιδιά.

Η ηθοποιός απέκτησε το δικό της αστέρι στη Λεωφόρο της Δόξας στο Χόλυγουντ, στην 1652 Vine Street.

Στις αρχές της δεκαετίας του 50 αρραβωνιάστηκε το νεαρό Τζέημς Χάνσεν. Το αποκαλούσε «έρωτα με την πρώτη ματιά», ωστόσο, μετά την πρόβα νυφικού και τον ορισμό της ημερομηνίας, αποφάσισε πως ο γάμος δεν είχε μέλλον, εξαιτίας των επαγγελματικών τους υποχρεώσεων που θα τους κρατούσαν μακριά για μεγάλα χρονικά διαστήματα.

Η Χέπμπορν έκανε δύο γάμους, πρώτα με τον Αμερικανό Μελ Φέρρερ, και κατόπιν με τον Ιταλό γιατρό, Αντρέα Ντόττι. Με τον καθένα τους απέκτησε από έναν γιο – τον Σων με τον Φέρρερ το 1960, και τον Λούκα το 1970 από τον Ντόττι. Νονός του μεγαλύτερου είναι ο συγγραφέας A.Tζ. Κρόνιν, που έμενε κοντά στη Χέπμπορν στη Λουκέρνη.

Η Χέπμπορν συνάντησε τον Φέρρερ σε ένα πάρτυ του Γκρέγκορι Πεκ. Τον είχε δει στην ταινία «Lili» και την αιχμαλώτισε η ερμηνεία του. Ο Φέρρερ κατόπιν της έστειλε το σενάριο για το έργο «Οντίν» και η Χέπμπορν δέχτηκε το ρόλο. Οι πρόβες ξεκίνησαν το Ιανουάριο του 1954 και οι δυο τους παντρεύτηκαν στις 24 Σεπτεμβρίου. Η Χέπμπορν υποστήριξε πως ήταν αχώριστοι και πολύ ευτυχισμένοι μαζί, παρά την εμμονή των σκανδαλοθηρικών εντύπων που προέβλεπαν πως ο γάμος θα είχε ημερομηνία λήξης. Ωστόσο παραδέχτηκε πως εκείνος ήταν κυκλοθυμικός. Σύμφωνα με τις φήμες ο Φέρρερ ήθελε υπερβολικά να την ελέγχει. Ο Γουίλιαμ Χόλντεν είχε δηλώσει: «Πιστεύω πως η Όντρει επιτρέπει στο Μελ να νομίζει πως την επηρεάζει».

Η Χέπμπορν απέβαλε δύο φορές, με την πρώτη να λαμβάνει χώρα το Μάρτη του 1955. Το 1959, στα γυρίσματα της ταινίας «Οι Ασυγχώρητοι» (The Unforgiven), έσπασε την πλάτη της όταν πέφτοντας από άλογο χτύπησε σε πέτρα. Πέρασε εβδομάδες στο νοσοκομείο και αργότερα απέβαλε, γεγονός που αποδόθηκε σε φυσική και ψυχολογική πίεση. Ενώ ξεκουραζόταν στο σπίτι, ο Μελ της έφερε το ελάφι από την ταινία «Green Mansions» για να το κρατήσει σα κατοικίδιο. Το ονόμασαν Ιπ, υποκοριστικό του Πίππιν. Το 1965, απέβαλε για δεύτερη φορά. Η Χέπμπορν ήταν πολύ πιο προσεκτική όταν ήταν έγκυος με τον Λούκα το 1969. Ξεκουραζόταν για μήνες και περνούσε τον καιρό της ζωγραφίζοντας προτού γεννήσει τελικά με καισαρική. Τέλος απέβαλε ακόμη μια φορά, το 1974. Η Χέπμπορν είναι διάσημη για το ποίημα «Time Tested Beauty Tips», το οποίο και συνήθιζε να λέει στους γιους της. Το ποίημα περιλαμβάνει στίχους όπως: «Για όμορφα μαλλιά, άφηνε ένα παιδί να περνά ανάμεσά τους τα δάχτυλά του μια φορά τη μέρα» και «Για μια κομψή σιλουέτα, μοιράσου το φαγητό σου με τους πεινασμένους». Το ποίημα αποδίδεται συχνά σε εκείνη, ωστόσο στην πραγματικότητα γράφτηκε από τον Σαμ Λέβενσον.

Η Χέπμπορν είχε αρκετά κατοικίδια, ανάμεσα στα οποία ήταν ένα Τεριέ του Γιόρκσαϊρ που ονομάστηκε Mr. Famous και το οποίο πέθανε όταν το χτύπησε ένα αυτοκίνητο. Για να της φτιάξει το κέφι ο Φέρρερ της χάρισε ένα άλλο Γιόρκσαϊρ με το όνομα Assam of Assam. Επίσης κράτησε τον Ιπ. Έφτιαξαν για αυτόν ένα κρεβάτι από μια μπανιέρα. Ο Σων Φέρρερ είχε ένα Κόκερ Σπάνιελ με το όνομα Κόκι. Σε μεγαλύτερη ηλικία, η Χέπμπορν είχε δύο Τεριέ Τζακ Ράσελ.

Ο γάμος της με τον Φέρρερ κράτησε 14 χρόνια, μέχρι τις 5 Δεκεμβρίου 1968. Σύμφωνα με το γιο τους η Χέπμπορν διατήρησε το γάμο για πάρα πολύ. Τα τελευταία χρόνια του γάμου, ο Φέρρερ σύμφωνα με τις φήμες βρήκε ερωμένη, ενώ η Χέπμπορν ειπώθηκε πως είχε δεσμό με τον νεότερο συμπρωταγωνιστή της στο «Δύο για το Δρόμο», Άλμπερτ Φίννεϋ. Διέψευσε τις φήμες, αλλά ο σκηνοθέτης Στάνλεϋ Ντόνεν είπε ρίχνοντας λάδι στη φωτιά: «με τον Άλμπερτ Φίννεϋ ήταν μια διαφορετική γυναίκα. Αυτή και ο Άλμπι είχαν κάτι υπέροχο, ήταν σαν ζευγάρι από παιδιά. Όταν ο Μελ απουσίαζε από το πλατό, έλαμπαν. Όταν ο Μελ ήταν εκεί, ήταν αστείο. Η Όντρεϊ και ο Άλμπι φέρονταν επίσημα και με αμηχανία». Το ζευγάρι χώρισε προτού πάρει διαζύγιο. Αυτή την περίοδο η Χέπμπορν έχασε βάρος. Γνώρισε τον Ιταλό ψυχίατρο Αντρέα Ντόττι σε μια κρουαζιέρα και τον ερωτεύτηκε σε μια εκδρομή σε κάποια ελληνικά ερείπια. Πίστευε πως θα αποκτούσε πολλά παιδιά, και ίσως πως θα σταματούσε να δουλεύει. Παντρεύτηκαν στις 18 Ιανουαρίου 1969. Αν και ο Ντόττι αγαπούσε τη Χέπμπορν και ήταν συμπαθής στον Σων, που τον θεωρούσε αστείο, ο Ντόττι διατηρούσε δεσμούς με νεότερες γυναίκες. Ο γάμος κράτησε 13 χρόνια και τελείωσε το 1982, όταν ο Σων και ο Λούκα ήταν αρκετά μεγάλοι για να τα καταφέρουν σε μια ζωή με μια ανύπαντρη μητέρα. Παρόλο που η Χέπμπορν είχε διακόψει κάθε επαφή με το Φέρρερ (του μίλησε μονάχα δυο φορές στο υπόλοιπο της ζωής της, στην αποφοίτηση του Σων και στον πρώτο του γάμο), κράτησε επαφή με τον Ντόττι για το καλό του Λούκα.

Την περίοδο που πέθανε, η Χέπμπορν είχε δεσμό με τον Ρόμπερτ Γουόλντερς, έναν όμορφο Ολλανδό ηθοποιό, χήρο της ηθοποιού Μέρλε Όμπερον. Τον γνώρισε μέσω ενός φίλου, στα τελευταία χρόνια του γάμου της με τον Ντόττι. Όταν το διαζύγιο οριστικοποιήθηκε, εκείνη και ο Γουόλτερς ξεκίνησαν την κοινή τους ζωή, παρόλο που δεν παντρεύτηκαν ποτέ. Το 1989, μετά από εννέα χρόνια μαζί του, τα αποκάλεσε τα πιο ευτυχισμένα της ζωής της. «Μου πήρε πολύ καιρό», είπε σε μια συνέντευξη με τη Μπάρμπαρα Γουόλτερς. Η δημοσιογράφος τη ρώτησε γιατί δεν παντρεύτηκαν. Η Χέπμπορν απάντησε πως είχαν παντρευτεί αλλά όχι επισήμως. Σχεδίαζαν μαζί τα ταξίδια για τη UNICEF. Σε καθένα από τους λόγους της, εκείνος παρακολουθούσε και καμιά φορά δάκρυζε.

Θάνατος

Το 1992, όταν η Χέπμπορν επέστρεψε στην Ελβετία μετά το ταξίδι στη Σομαλία, άρχισε να νιώθει πόνους στην υπογάστρια περιοχή. Πήγε σε ειδικούς αλλά τα αποτελέσματα των εξετάσεων δεν ήταν ξεκάθαρα. Οπότε αποφάσισε να κάνει εξετάσεις κατά τη διάρκεια ενός ταξιδιού στο Λος Άντζελες τον Οκτώβρη. Την 1 Νοεμβρίου οι γιατροί έκαναν λαπαροσκοπική επέμβαση και ανακάλυψαν καρκίνο στην περιοχή αυτή που είχε εξαπλωθεί από την σκωληκοειδή απόφυση. Είχε αναπτυχθεί αργά με το πέρασμα πολλών ετών, και κάνοντας μετάσταση δεν προξένησε όγκο, αλλά σαν λεπτό περίβλημα του λεπτού εντέρου. Οι γιατροί την εγχείρησαν και της έκαναν χημειοθεραπεία. Τα φάρμακα δεν ήταν αρκετά για να κάνουν τον πόνο να εξαφανιστεί, οπότε την 1 Δεκεμβρίου έκανε δεύτερη επέμβαση. Μετά από μια ώρα, ο γιατρός διέγνωσε πως ο καρκίνος είχε εξαπλωθεί πάρα πολύ για να μπορέσει να αφαιρεθεί.

Καθώς η Χέπμπορν δεν θα μπορούσε να αντέξει μια πτήση με κανονικό αεροπλάνο, ο Ζιβενσύ κανόνισε να της στείλει η Μπάνι Μέλλον το ιδιωτικό της τζετ στο Λος Άντζελες για να τη μεταφέρει στο σπίτι της στην Ελβετία. Η Μέλλον γέμισε την καμπίνα με λουλούδια. Η Όντρεϊ Χέπμπορν απεβίωσε στις 20 Ιανουαρίου 1993 στο Tolochenaz της Ελβετίας και κηδεύτηκε εκεί. Ήταν εξήντα τριών ετών.

http://ishow.gr/personBio.asp?guid=CC33F96D-CD25-435A-AEFF-43E838321CD6

Τρίτη, 3 Ιανουαρίου 2012

Αμαλία Φλέμινγκ (1912 - 1986 )

Πηγή: omogeneia-konstantinoupoli.com

Η Αμαλία Κουτσούρη-Φλέμινγκ ήταν Ελληνίδα ιατρός και
βουλευτής. Γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη (Μεσάχωρο) στις
28 Ιουνίου του 1912 και ήταν κόρη του γνωστού δερματολόγου
της Πόλης Χαρίλαου Κουτσούρη. Σπούδασε Ιατρική στο
Πανεπιστήμιο Αθηνών, όπου αναγορεύτηκε διδάκτωρ, και
συνέχισε τις σπουδές της στο Παρίσι (όπου και εργάσθηκε στο
Νοσοκομείο Necker), και στο Λονδίνο. Στη διάρκεια της κατοχής
συμμετείχε στην Εθνική Αντίσταση. Με υποτροφία του Βρετανικού
Συμβουλίου πήγε το 1945 στο Λονδίνο όπου εργάστηκε στο
Wright Fleming Institute δίπλα στον Νομπελίστα μικροβιολόγο
Αλεξάντερ Φλέμινγκ μέχρι το 1949, οπότε επέστρεψε στην
Ελλάδα για να αναλάβει τη διεύθυνση του Ευαγγελισμού.

Το 1953 παντρεύτηκε με τον Φλέμινγκ αλλά ο γάμος τους
κράτησε μόνο δύο χρόνια καθώς ο Αλεξάντερ Φλέμινγκ πέθανε
το 1955.
Κατά τη διάρκεια της δικτατορίας ανέπτυξε έντονη αντιδικτατορική δράση και συνελήφθη
τον Αύγουστο του 1971. Ύστερα από ανάκριση εικοσιπέντε ημερών, στη διάρκεια της
οποίας βασανίστηκε, δικάστηκε και καταδικάστηκε από το έκτακτο στρατοδικείο Αθηνών.
Η δικτατορία όμως φοβούμενη τον αντίκτυπο που θα είχε στη διεθνή κοινότητα η
φυλάκιση της Αμαλίας Φλέμινγκ την άφησε ελεύθερη και την απέλασε, ενώ της αφαίρεσε
και την ελληνική ιθαγένεια. Επέστρεψε στο Λονδίνο από όπου ξαναγύρισε μετά την
πτώση της δικτατορίας. Κατέθεσε ως μάρτυρας στη δίκη των βασανιστών της ΕΑΤ-ΕΣΑ,
όπου αναφέρθηκε ιδιαίτερα στη χρήση παραισθησιογόνων και άλλων ουσιών κατά τη
διάρκεια ανακρίσεων στην περίοδο της χούντας. Εξελέγη βουλευτής Επικρατείας το 1977
και βουλευτής Α' Αθηνών το 1981 και το 1985 με το ΠΑΣΟΚ. Δε δίστασε όμως να
διαφωνήσει δημόσια με τον Ανδρέα Παπανδρέου για τις διαγραφές στελεχών της
Δημοκρατικής Άμυνας και του ΠΑΚ από το ΠΑΣΟΚ.

Επίσης διετέλεσε αντιπρόσωπος της Ελλάδας στην Κοινοβουλευτική Συνέλευση του
Συμβουλίου της Ευρώπης. Πέθανε στις 26 Φεβρουαρίου του 1986, χωρίς να προλάβει
να δει τη δημιουργία του Ιδρύματος Βασικής Βιοϊατρικής Έρευνας Αλέξανδρος Φλέμινγκ,
το οποίο ιδρύθηκε χρόνια αργότερα στη Βάρη και σήμερα θεωρείται ως ένα από τα
πληρέστερα του είδους του στον κόσμο.

Η Αμαλία Φλέμινγκ υπήρξε και Πρόεδρος του Συνδέσμου Ελληνίδων Επιστημόνων και το
1965 τιμήθηκε με το παράσημο Ευποιίας.

http://www.omogeneia-konstantinoupoli.com/id/id/fleming.html

our visitors are from around the world

Συνολικές προβολές σελίδας